Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης

 




Ένα όμορφο χειμωνιάτικο μεσημέρι, η καταξιωμένη και αγαπημένη ερμηνεύτρια, με υποδέχτηκε σε ένα φιλόξενο café στην Άνω Γλυφάδα και κουβεντιάσαμε εφ’ όλης της ύλης…

 

Κωνσταντίνος: Γεννήθηκες στην Κύπρο. Πως επηρέασε την ζωή σου ο τόπος που γεννήθηκες;

Κωνσταντίνα: Νομίζω ότι αυτό έχει πολύ μεγάλες προεκτάσεις για να το αναπτύξεις, σίγουρα ο τόπος που γεννιέσαι και τα παιδικά σου χρόνια, παίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα σου και για τα πλάνα που βάζεις στη ζωή σου. Εγώ θα έλεγα ότι ξεκινώντας από την Κύπρο για να κυνηγήσω το όνειρό μου, επειδή ήμουν από ένα μέρος που είναι μακριά από το επίκεντρο, δηλαδή την Αθήνα, αυτό για να υλοποιηθεί, ήθελε μετακόμιση, ήθελε να έρθω σε ένα χώρο που να μπορώ να εγκλιματιστώ, ήμουνα και στην εφηβεία οπότε ήμουνα και στο σχολείο οπότε έπρεπε να γραφτώ και εδώ στο σχολείο, οπότε – γιατί το λέω αυτό – γιατί όταν κάνεις όλα αυτά, τότε ο στόχος που έχεις βάλει, πρέπει να υλοποιηθεί οπωσδήποτε. Γιατί, είναι τόσες πολλές οι προσπάθειες και οι αλλαγές που κάνεις στην ζωή σου, που το παίρνεις απόφαση όταν το παλέψεις. Γιατί το λέω αυτό, γιατί είδα πολλά παιδιά, τα οποία παλεύαν για την καριέρα τους και δεν ξέρω κι εγώ τι, και ήταν πάρα πολύ χαλαρά, εντάξει, όταν όμως φεύγεις από ένα μέρος να πας σε ένα άλλο, το σκέφτεσαι διαφορετικά και εντείνεις τις προσπάθειές σου, ούτως ώστε αυτό που έχεις βάλει στο μυαλό σου ότι πρέπει να πετύχει οπωσδήποτε. Με τον οποιοδήποτε τρόπο δεν εννοώ να γίνω όνομα. Όχι, να δημιουργήσω, γιατί εγώ εστιάζω στη δημιουργία, στο να προσπαθήσω να κάνω καλές συνεργασίες και καλά τραγούδια. Να βρω τρόπο να κάνω δισκογραφία. Αυτός ήταν ο στόχος μου. Από εκεί και πέρα αν το κάνεις καλά αυτό και σε αγαπήσει ο κόσμος νομίζω ότι έρχεται η επιτυχία από μόνη της.

 

Κωνσταντίνος: Ποια ήταν η επίδραση των γονέων σου και ευρύτερα της οικογένειάς σου στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς σου;

 

Κωνσταντίνα: Ναι, οι γονείς παίζουν πάντα τον σπουδαιότερο ρόλο. Οι δικοί μου οι γονείς, λοιπόν, ξεκινώντας από την μαμά μου η οποία ήταν μια γυναίκα πάρα πολύ απλή με πέντε παιδιά, τα οποία τα φρόντιζε με έναν τρόπο μοναδικό. Είχε αφιερώσει δηλαδή τη ζωή της σε εμάς, αυτό νιώθαμε όταν ήμασταν παιδάκια, ότι η μάνα μας ήταν εκεί για μας, αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ο πατέρας μου, λοιπόν, ο οποίος δούλευε οδηγός στα λεωφορεία, και ήταν και μέτοχος στην Εταιρεία του Καιμακλίου στα λεωφορεία. Δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ από ότι θυμάμαι, ήταν πάντα συνεπής για το χαρτζιλίκι μας, δεν βλεπόμασταν πάρα πολύ, τον βλέπαμε λίγο αργά το βράδυ, αλλά τα Σαββατοκύριακα ήταν αφιερωμένα σε μας, θα μας έπαιρνε μαζί του για να πάμε να ψωνίσουμε όλα αυτά που χρειαζόμασταν για να κάνουμε τα σουβλάκια, και καθόταν και μας έψηνε σουβλάκια, δηλαδή η όλη διαδικασία, όλη η Κυριακή, ήταν να μας φροντίσει ο πατέρας μας στο φαγητό, σε όλα, στην παρέα, και το Σάββατο πηγαίναμε μαζί και ψωνίζαμε. Όλα αυτά. Νιώθω ότι οι γονείς μας ήταν πάρα πολύ κοντά μας. Από την άλλη πάλι τα Σαββατοκύριακα γιατί ήταν οι μόνες μέρες που μπορούσαμε να βρεθούμε έπαιζε φυσαρμόνικα, τραγουδούσαμε, μας έβαζε να χορεύουμε, έκανε διαγωνισμό, όταν ο αδερφός μου, λοιπόν, που είναι πέντε χρόνια μεγαλύτερος που ξεκίνησε σιγά σιγά να δουλεύει και είπε ότι θα με πάρει μαζί του να τραγουδήσω έστω και μια δυο φορές και δεν ξέρω κι εγώ τι, καμία αντίρρηση από τον πατέρα μου, ίσα ίσα είχε έρθει μαζί, ήταν πριν τον πόλεμο, ένα χρόνο πριν τον πόλεμο αυτό, και θυμάμαι ήταν στην Κυρίνια αυτό που με πήρε, και ήταν ανοιχτός στην καλλιτεχνία και στο να πειραματιστούμε στα πάντα. Δεν υπήρχε άρνηση δηλαδή από την οικογένειά μου, καλά, δεν υπήρχε η σκέψη του να γίνω τραγουδίστρια, αλλά το να μπούμε και να ξεκινήσουμε να τραγουδάμε, ήταν σαν ένα παιχνίδι για μας, ήταν σαν όνειρο, ένα παραμύθι, οπότε το χειροκροτείσανε αυτό και το στηρίξανε.

 

Κωνσταντίνος: Ο πατέρας σου, πόσο βαθιά επηρέασε τη ζωή σου;

Κωνσταντίνα: Νομίζω, τώρα που έχουν περάσει τα χρόνια, και όταν φτάσεις στην τρίτη ηλικία που λένε, οι δεσμοί σου με τα παιδικά χρόνια, είναι σαν να γίνονται πιο έντονοι, πιο έντονοι αυτοί οι δεσμοί, οπότε νιώθω ότι επηρεάστηκα πάρα πολύ από τον πατέρα μου, και το καταλαβαίνω τώρα που βρίσκομαι σε αυτή την ηλικία. Σε πάρα πολλά πράγματα, δηλαδή, ξεκινώντας από το ότι έλεγε στην μητέρα μου ότι «αυτό το παιδί μας είναι διαφορετικό» δηλαδή το έβλεπε από τότε «είναι διαφορετικό» δεν ήξερα τι εννοούσε αλλά το έλεγε «είναι διαφορετικό» γιατί οι γονείς, ξέρεις, μπορούν να καταλάβουν όταν έχουν τόσα πολλά παιδιά ποιος είναι αδύναμος χαρακτήρας, ποιος είναι δυνατός, ότι κι αν είναι μπορούν να το καταλάβουν. Ήξερα ότι ότι έκανε ο πατέρας μου, νιώθω τώρα το καταλαβαίνω, ότι ακόμα και τη παραμικρή λεπτομέρεια, των κινήσεων και της συμπεριφοράς του μέσα στο σπίτι και ότι έβλεπα τέλος πάντων πρέπει να με έχουν επηρεάσει όλα αυτά. Δηλαδή εγώ θυμάμαι τότε που ήταν για να μπω στο Γυμνάσιο δίναμε εξετάσεις και εγώ έμεινα στα μαθηματικά, και έπρεπε να δώσω το Σεπτέμβριο δεν ξέρω κι εγώ τι, μου είπε «μη νοιάζεσαι, εγώ θα το κανονίσω» οπότε επειδή είχε πολύ μεγάλο κύκλο, με πάει σε μια δασκάλα, θέλω να πω ότι ήταν πάντα δίπλα μας με την έννοια της ότι ανάγκη είχαμε ο πατέρας μου ήταν δίπλα για να μας δώσει τις συμβουλές. Πιο πολύ θυμάμαι ότι ήταν ο πατέρας μου απ’ ότι η μαμά μου με την έννοια του ότι ήταν μια γυναίκα που φρόντιζε τα διαδικαστικά και να μας φροντίζει, αλλά δεν θα της έλεγα ξέρω εγώ «μου έτυχε αυτό και τι θα κάνω» δεν ένιωθα ότι θα μου έδινε την ίδια συμβουλή όπως θα μου έδινε ο πατέρας μου σαν επικοινωνία. Σαν επικοινωνία εννοώ, ήταν πολύ πιο ανοιχτό πνεύμα, και η βοήθειά του ήταν μεγάλη. Η μητέρα μου στα πρακτικά και στα του σπιτιού και ο πατέρας σε όλα τα άλλα, στην εμψύχωση, και στη διαβίωση φυσικά, έτσι; Έτρεχε από το πρωί μέχρι το βράδυ για να μπορέσει να θρέψει πέντε παιδιά.







Κωνσταντίνος: Νομίζεις ότι το μοντέλο της μονογονεικής οικογένειας μπορεί να προσφέρει ότι προσφέρει η παραδοσιακή οικογένεια;

Κωνσταντίνα: Εγώ επειδή είμαι της παραδοσιακής οικογένειας κι έτσι έχω μεγαλώσει δεν μπορώ να διανοηθώ ότι μπορεί να υπάρξει ένα άλλο μοντέλο το οποίο μπορεί να είναι ισάξιο με αυτό.

Κωνσταντίνος: Στην Κύπρο οι εργαζόμενοι στα κέντρα εστίασης και τουρισμού δεν μιλούν Ελληνικά γιατί προέρχονται από χώρες εκτός Ελλάδος και Κύπρου. Είναι εμφανές το δημογραφικό πρόβλημα και στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Τι θα πρότεινες στις Ελληνικές και Κυπριακές κυβερνήσεις για την επίλυσή τους;

Κωνσταντίνα: Κοίτα να δεις Κωνσταντίνε μου, το πράγμα έχει ξεφύγει. Οπότε αυτό θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε – καταρχήν δεν είμαι πολιτικός – όταν χτυπούσε η καμπάνα και υπήρχε χρόνος – δεν νομίζω τώρα ότι υπάρχει καμία ελπίδα για να λυθεί αυτό το πρόβλημα. Εγώ σε διάφορες συνεντεύξεις που είχα βγει και είχα μιλήσει για αυτό το θέμα αντιμετώπισα – δεν θα το έλεγα εχθρότητα – αντίρρηση και αντίσταση. Δηλαδή, σε κάποια εκπομπή – δεν θέλω να την αναφέρω – που ήρθε η κουβέντα για την Κύπρο και είπα ότι ο Ελληνικός πληθυσμός είναι πολύ μεγαλύτερος από την Κύπρο, εμείς είμαστε 700.000 άντε 800.000 η Ελλάδα αν είναι 10.000.000. Λέω η Κύπρος που έχει 800.000 πληθυσμό όταν έρχονται από τα κατεχόμενα και μένουν στην Κύπρο την Ελληνική και έρχονται και οι μετανάστες σε λίγο καιρό δεν θα υπάρχουν Κύπριοι και είδα ότι υπήρχε μια αντίδραση σε αυτό που είπα. Εμείς το λέμε χρόνια αυτό. Για τη γλώσσα που μου λες τώρα ότι οι Κύπριοι μιλάνε ξένα αυτό δεν είναι τωρινό – αυτό ισχύει εδώ και 30 χρόνια. Εγώ πήγαινα στην Κύπρο ας πούμε και καθόμουνα σε μια καφετέρια και ήταν ένας ξένος που ήρθε να με σερβίρει και έπρεπε εγώ να αναγκαστώ να του μιλήσω αγγλικά και αν καταλάβαινε αγγλικά. Αυτό σου μιλάω για τη δεκαετία του 90. Φαντάσου τώρα τι γίνεται. Τώρα έχουν πάρει και προνόμια, τώρα έχουν μπει στην άκρη οι Ελλαδίτες και οι Κύπριοι και έχουν τεράστια προνόμια αυτοί που έχουν φτάσει εδώ και πρέπει να τους φροντίσουμε και πρέπει οπωσδήποτε να τους δίνουμε επίδομα και να τους ταΐζουμε και ο Ελληνικός λαός βλέπεις ότι καθημερινά πόσες χιλιάδες εξώσεις γίνονται. Τα σπίτια των Ελλήνων. Δηλαδή το θέμα είναι τραγικό – έχει φτάσει σε ένα σημείο που πλέον δεν ελέγχεται. Και αν άλλαζε κατά κάποιο τρόπο η ηγεσία της Κύπρου και η ηγεσία της Ελλάδος δεν ξέρω αν υπάρχει μια ισχυρή προσωπικότητα που μπορεί να κυβερνήσει αυτόν τον τόπο χωρίς να επηρεάζεται από τις ξένες δυνάμεις είτε από την Κύπρο είτε από την Ελλάδα και να μπορέσει να λύσει αυτό το πρόβλημα. Μόνο ένας ικανός πολιτικός μπορεί να το κάνει αυτό.                    

 

 

Κωνσταντίνος: Ποια ήταν η εσωτερική παρόρμηση που σε οδήγησε στο τραγούδι;

Κωνσταντίνα: Ξέρεις, κι αυτά, γίνονται κι αυθόρμητα Κωνσταντίνε μου. Είναι κάτι που δεν μπορείς να το αντιληφθείς, αλλά εγώ όταν ξεκίνησα από μικρή στην Α’ τάξη του Δημοτικού να παίζω μαντολίνο και να είμαι στις χορωδίες του σχολείου μας και μετά να με ξεχωρίζει η δασκάλα και να κάνω σόλο και μετά να βγαίνω να τραγουδάω, ένιωθα ρε παιδί μου ότι αυτή η δραστηριότητά μου μ’ έκανε να νιώθω ότι μπαίνω σε ένα παραμύθι, σε μαγικό κόσμο, οπότε είναι κάτι έμφυτο αυτό. Πιστεύω στο ότι υπάρχουν πράγματα τα οποία είναι έμφυτα αλλά αν αρκεστείς σε αυτά δεν φτάνουν για να προχωρήσεις και να κάνεις καριέρα. Έχοντας αυτό σαν σημαία ξεκίνησα: γράφτηκα στο ωδείο, έκανα μαθήματα, έμαθα και κιθάρα, προσπάθησα να μάθω και πιάνο, μελέτη πάρα πολύ, αλλά ήταν κάτι το οποίο – πρέπει να ήταν αυτός ο προορισμός μου. Αν όμως μεγάλωνα σε μια άλλη οικογένεια που να μην είχε σχέση με το τραγούδι η με τη μουσική που έπαιζε ο πατέρας μου φυσαρμόνικα και η γιαγιά μου τραγουδούσε τα παραδοσιακά τραγούδια – η οικογένειά μας ήταν μουσική χωρίς αυτό να ήταν επαγγελματικό – να το είχαν σαν επάγγελμα – ίσως γινόμουν γυμνάστρια γιατί είχα πάρα πολύ καλή έφεση στην άθληση, οπότε δεν έφτασα στο σημείο να φτάσω στην ηλικία που θα το σκεφτώ τι κλάδο θα ακολουθήσω η το τραγούδι η γυμναστική ακαδημία γιατί από μόνο του με βάση του αδερφού μου με οδήγησε από μόνο του και τελικά λέω εδώ είμαι αυτό που μου ταιριάζει και με γεμίζει αυτό είναι που θα κάνω και εξάλλου από την Ά Δημοτικού έλεγα ότι ρε παιδί μου εγώ θέλω να βρω ένα επάγγελμα που να μη ξυπνάω 7:00 η ώρα το πρωί δεν μπορώ (γέλια) από τότε δεν μπορούσα.







Κωνσταντίνος: Η εισβολή των Τούρκων στο νησί τι σημάδια άφησε στην Ελληνική – Κυπριακή ψυχή;

Κωνσταντίνα: Αυτό είναι ένα κομμάτι πολύ μεγάλο της ζωής μου. Μιλάμε για μια προδοσία. Το σημάδι που άφησε είναι αυτό. Ότι ζήσαμε μια προδοσία. Και το λέω χωρίς να είμαι ούτε γεωπολιτικός αναλυτής, ούτε ιστορικός, απλά το λέω σαν εμπειρία. Σαν εμπειρία – ήμουνα παιδάκι βέβαια – αλλά ζώντας όλο αυτό και μετά μαθαίνοντας πράγματα και πως έγινε μπορώ να έχω μια εικόνα βάσει των βιβλίων που διαβάζουμε – γιατί πήγα πρόσφατα ας πούμε σε μια παρουσίαση βιβλίου του Λεωνίδα Λεωνίδου που έχει και ντοκουμέντα – έχει γράψει αρκετά βιβλία για την Κύπρο και για την εισβολή. Εγώ μπορώ να πω τις πληροφορίες αυτές και από άλλα βιβλία και ντοκουμέντα αλλά έχοντας και το προσωπικό βίωμα μέσα μου. Δηλαδή αυτά που έχω ζήσει στην πραγματικότητα και οι μαρτυρίες που υπήρχαν τότε με κάνουν να μπορώ να έχω μια πιο καλή άποψη για το τι έχει γίνει χωρίς να σκαλίζω. Γι’ αυτό τους είπα εκεί πριν φύγω «ναι, τα ντοκουμέντα είναι σημαντικά – και καλά κάνετε και μπράβο γιατί πρέπει να βγαίνουν προς τα έξω όλα αυτά – αλλά επειδή εγώ είμαι η τελευταία γενιά που έχει ζήσει τον πόλεμο – οι γονείς μας φύγανε, οι γιαγιάδες μας φύγανε – ναι, είμαστε η τελευταία γενιά που έχουμε ζήσει τον πόλεμο και που θυμόμαστε πράγματα. Ποιος μπορεί να με πείσει και δεν ξέρω τι λέει για μένα αυτό αν υπήρχε προδοσία η μας πούλησαν. Δηλαδή αν μας κορόιδεψαν – γιατί παρουσίαζε τον Μακάριο ας πούμε ότι πήρε αυτές τις αποφάσεις. Αν τον κορόιδεψαν η αν είχε πρόθεση να μας πουλήσει. Για μας είναι το ίδιο πράγμα. Για μας που το έχουμε ζήσει. Καταλαβαίνεις, αυτό είπα εκεί. Σίγουρα ήταν ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι το οποίο τουλάχιστον γνωρίζω πάρα πολύ καλά ότι στην πρώτη εισβολή που ήταν τον Ιούλιο μετά το πραξικόπημα η πρώτη εισβολή ήταν στο Πέντε Μίλι στην Κυρίνια έχω θείους οι οποίοι πολέμησαν, έχω μαρτυρίες, ξέρω ότι οι στρατιώτες τουλάχιστον πολέμησαν πολύ γενναία κάποιοι αξιωματικοί έφευγαν γιατί τους αφήνανε που αυτό είναι προδοτικό αλλά το πιο σημαντικό είναι η δεύτερη εισβολή. Η δεύτερη εισβολή έγινε βόλτα. Περίπατος. Όταν λέμε περίπατος – γι’ αυτό και χάθηκε ο πατέρας μου, λόγω του περιπάτου, γιατί ο πατέρας μου ήταν μεγάλος. Δεν είχε καταταχτεί στο στρατό – ήταν 49 – 50 είχαν πάρει τους πιο μικρούς. Δηλαδή οι θείοι μου που ήταν πιο μικροί είχανε πάει και πολέμησαν και ήταν αιχμάλωτοι οι πιο πολλοί, ήρθανε όμως, τους αφήσανε. Όταν όμως, εμάς το σπίτι μας, είναι κοντά στην πράσινη γραμμή και είναι κοντά στην Αρχιεπισκοπή και ο πατέρας μου έλεγε ότι «εδώ αυτό το μέρος δεν θα πέσει – θα πέσει από άλλες πλευρές – εδώ όμως δεν θα πέσει είναι η Αρχιεπισκοπή» έτσι δεν είναι; Λοιπόν, όντως προχώρησαν σε άλλα προάστια της Λευκωσίας και όταν είδαμε αυτό ο πατέρας μου μας έστειλε να πάμε σε ένα μέρος στον αδερφό του που ήταν κοντά στην Αμμόχωστο. Πολύ κοντά στην Αμμόχωστο. Γιατί ήταν Νότια. Για να μην είμαστε κοντά στην πράσινη γραμμή και στον πόλεμο. Και ξεκινώντας, λοιπόν, η δεύτερη εισβολή έρχεται κόσμος λίγο πιο κάτω απ’ το βουνό από τη Βόρεια Κύπρο αλλά λίγο πιο κάτω στους πρόποδες του βουνού, και έρχονται άνθρωποι από το χωριό αυτό που λέγεται Κεπραία σε ένα μέρος που είμαστε εμείς στη Νότια Κύπρο που είμαστε δίπλα στην Αμμόχωστο και μας λένε ότι έχουν καταλάβει οι Τούρκοι το χωριό και ζητούσαν να τους φιλοξενήσουμε και δεν πέρασε μισή ώρα και οι Τούρκοι μπήκαν στο χωριό εκεί που ήμασταν εμείς – δεν μιλάμε για πόλεμο – μιλάμε για «βόλτα». Γι’ αυτό μιλάμε για συμφωνίες οι οποίες έγιναν εκ των προτέρων. Μιλάμε ότι το 7% της Κύπρου έγινε όταν ήτανε η χούντα αλλά το υπόλοιπο 30% ήταν όταν ήρθε η μεταπολίτευση. Αυτό ας βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του. Πάντως οι άνθρωποί μας χάθηκαν. Ο πατέρας μου είναι αγνοούμενος. Γιατί ξεκίνησε να έρθει όταν έμαθε ότι μπήκαν οι Τούρκοι στο χωριό, πήρε τα δυο μου αδέρφια βγαίνοντας από τη Λευκωσία, τον πυροβόλησαν, είπαν θα τον πάνε στο νοσοκομείο και είναι αγνοούμενος. Τα αδέρφια μου τα αφήσανε. Εμείς τότε που μπήκαν οι Τούρκοι στο χωριό που ήμουνα φύγαμε μέσα από σφαίρες, μέσα από τανκς, που τα βλέπαμε μπροστά μας, και μέσα από βομβαρδισμούς. Αυτό έχω να πω.

 

Κωνσταντίνος: Τραγούδησες σε διάφορα κέντρα, συνεργάστηκες με σπουδαίους συνθέτες και τραγουδιστές και στιχουργούς. Ποιος από αυτούς σε επηρέασε περισσότερο;

Κωνσταντίνα: Ο καθένας άφησε το στίγμα του πιστεύω, κάθε συνεργασία ήταν και μια σχολή για μένα γιατί θυμάμαι ότι ήμουν η μικρή της παρέας πάντα και όλοι με φωνάζανε «μικσιά» μικρή – οπότε είχα πάρα πολλά να μάθω από όλους και από τη Μαρινέλλα, και από τον Κώστα τον Χατζή και από τον Γιάννη Πάριο, αλλά και από διάφορους συνθέτες που ξεκινήσαμε να κάνουμε συνεργασία που δεν βγήκανε δίσκοι μιλάω για τον πειραματισμό μου πριν ξεκινήσω με τον Μάριο Τόκα. Σίγουρα ο Μάριος Τόκας με έχει επηρεάσει πάρα πολύ. Όχι, εμένα μόνο αλλά και τον κόσμο με την έννοια του ότι αυτό που έχουμε κάνει αγαπήθηκε άρα το πρώτο τραγούδι που μου έγραψε τις «Θάλασσες» ένα χρόνο πριν την κυκλοφορία του δίσκου «Τραγούδια για την Κωνσταντίνα» Το παίζαμε στις συναυλίες και το προλόγιζε και έλεγε ότι έχουμε γράψει ένα τραγούδι με την Κωνσταντίνα πρώτη φορά θα το ακούσετε και θέλουμε να μας πείτε την άποψή σας γινόταν με άλλο τρόπο όλο αυτό – η δημιουργία εκείνη την εποχή – όλη η διαδικασία μου άρεσε πάρα πολύ να περιμένεις τη γνώμη του κόσμου και να έχεις χρόνο για να χτίσεις και να δημιουργήσεις την  ταυτότητά μου γιατί πιστεύω ότι από εκεί ξεκίνησε – έχοντας τις «Θάλασσες», το «Σημάδι» και το «Άγγελέ μου και φονιά» από εκεί με γνώρισε ο κόσμος.






Κωνσταντίνος: Και τώρα μια δύσκολη ερώτηση. Ποιο τραγούδι σου αγαπάς πιο πολύ και γιατί;

Κωνσταντίνα: Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί με ρωτάνε για αυτό το πράγμα… γιατί με έχουν ρωτήσει πάρα πολλοί… σίγουρα δεν μπορώ να ξεχωρίσω ένα τραγούδι. Γιατί το κάθε τραγούδι όταν το τραγουδάω η όταν το αναφέρει κάποιος έχει την ιστορία του. Και μάλιστα θέλω να κάνω κάποια βιντεάκια που να λένε τις ιστορίες πίσω από τα τραγούδια… ήδη ξεκίνησα με τις «Θάλασσες» δεν μπορώ να ξεχωρίσω κανένα τραγούδι και να πω ότι αυτό μ’ αρέσει πιο πολύ και αυτό μ’ αρέσει λιγότερο. Επίσης υπάρχουν τραγούδια που μπορεί να μην έχουν γίνει επιτυχία μεγάλη και να τ’ αγαπάω εξίσου. Ένα τραγούδι ας πούμε αγαπημένο, που εμένα μου αρέσουν πάρα πολύ οι μπαλάντες, είναι πάρα πολύ στην ιδιοσυγκρασία μου και όλα αυτά, είναι το «Πάρε με» που έχει γράψει ο Κώστας Σέγγης και ο Βασίλης Γιαννόπουλος, ιδιαίτερη μπαλάντα, δεν είχε την τύχη, ήταν μέσα στο άλμπουμ «Τι μπήκε ανάμεσά μας» και ακούστηκε μόνο το ντουέτο αλλά το αγαπώ εξίσου. Θέλω να πω ότι όλα τα τραγούδια που τραγουδάω στο πρόγραμμά μου, έχουν μια… μ’ αρέσουν όλα. Δεν λέω γιατί το είπα αυτό και δεν θέλω να το λέω στο live. Έκανα με πολλή αγάπη την επιλογή των τραγουδιών – δεν δεχόμουν δηλαδή να μπει ένα τραγούδι που δεν μου άρεσε καθόλου και να το έβαζα μέσα στο δίσκο μου. Ήμουν απόλυτη σε αυτό. Και τις περισσότερες φορές τσακωνόμουνα κιόλας γιατί στη φάση αυτή που παίρναμε τα τραγούδια δεν ήταν όλα τα τραγούδια έτοιμα στίχο και μουσική, μπορεί να άκουγα μια ωραία μουσική και να ήθελα ένα ωραίο στίχο, η να είχαμε ένα ωραίο στίχο και να ψάχναμε τη μουσική, οπότε ήμουνα κι εγώ μέσα στη δημιουργία του στυλ να επιλέξω πχ. Αυτός ο στίχος δεν μ’ αρέσει και όταν έφτανε στο σημείο που ολοκληρωνόταν το τραγούδι δεν μιλάω για όλα τα τραγούδια τώρα μιλάω – τα περισσότερα όμως έτσι ήτανε – ότι αυτό μου αρέσει και ο στίχος και η μουσική – οπότε όταν τελείωνε όλη αυτή η διαδικασία πάει να πει ότι εγώ το έχω αγαπήσει αυτό και λέω στον κόσμο αγαπήστε το κι εσείς.

 

Κωνσταντίνος: Το 1983 εκπροσώπησες την Κύπρο στο διαγωνισμό της Eurovision με το τραγούδι «Η ΑΓΑΠΗ ΑΚΟΜΑ ΖΕΙ» με τον Σταύρο Σιδερά. Εμπειρία ζωής; Ένας σταθμός στην καριέρα σου; Ένιωσες εθνική περηφάνια το ότι αντιπροσώπευσες την πατρίδα σου;

Κωνσταντίνα: Όλα μαζί. Είναι πακέτο αυτό. Σίγουρα μια εμπειρία φοβερή! Νομίζω είναι η δεύτερη χρονιά που συμμετείχε η Κύπρος… άρα ήμασταν σε αρχική μορφή… δηλαδή, δεν είχαμε την εμπειρία σαν Κύπρος, το πως λειτουργεί το θέμα της Eurovision παρόλα αυτά το τραγούδι ήταν τόσο ωραίο – άρεσε – και το παράδειγμα είναι τώρα ότι στην Κύπρο μπαίνει σε όλες τις χορωδίες των σχολείων. Ωραία εμπειρία μαζί με τον Σταύρο το Σιδερά που παίζαμε κιθάρες και οι δύο επί σκηνής, ο Μάικ Ρωζάκης με ζωντανή ορχήστρα κλασσική που μας συνόδεψε live δηλαδή, ήταν πάρα πολύ ωραίο αυτό, πράγμα που… στους καιρούς μας έχουν αλλάξει αυτά τα πράγματα… να παίζει live μια συμφωνική ορχήστρα, φοβερή εμπειρία, πολύ άγχος, αν και μοιράστηκε το άγχος με την έννοια του ότι αν είναι ντουέτο, μοιράζεται το άγχος (γέλια), νομίζω πως ήταν ένας σταθμός όπως και πολλοί άλλοι στην καριέρα μου, μια φοβερή εμπειρία που πήγα στη Eurovision αλλά και τη δεύτερη φορά με τα αδέρφια μου με το «Μάνα μου» ένα τραγούδι που υμνεί την Κύπρο αλλά και τη μάνα και την πατρίδα γενικά υμνεί… και νομίζω ότι έκανε πολύ καλή εντύπωση και πήρε και πολύ καλή θέση… την 5η αν θυμάμαι καλά… τότε ήταν πιο πολλές συμμετοχές

Κωνσταντίνος: Πάντως η Κύπρος είχε να φτάσει τόσο ψηλή θέση πάρα πολλά χρόνια. Το θυμάμαι πολύ καλά αυτό. Το «Μάνα μου» έκανε πολύ μεγάλη αίσθηση.

Κωνσταντίνα: Έκανε αίσθηση όντως. Ένα τραγούδι που αγαπιέται μέχρι και σήμερα έτσι; Γιατί είναι διαχρονικό κομμάτι.

Κωνσταντίνος: Πως θα χαρακτήριζες τη σημερινή γενιά «ζεν» αυτούς που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90 αρχές 2000.

Κωνσταντίνα: Κοίτα να δεις τώρα… κάθε προηγούμενη γενιά θέλει να λέει ας πούμε η άποψη μάλλον είναι ότι εμείς που περάσαμε τα καλά τα χρόνια… και η προηγούμενη γενιά όμως, και της μαμάς μου και της γιαγιάς μου έλεγαν τα ίδια. Οπότε δεν θα πέσω σε αυτήν την παγίδα και να πω ότι εμείς ήμασταν τυχεροί… μπορεί να ήμασταν τυχεροί… με την έννοια ότι δεν υπήρχαν οι δυσκολίες που υπάρχουν τώρα που βλέπουμε ότι ζούμε σε έναν ΄Γ Παγκόσμιο πόλεμο. Εγώ νιώθω ότι έχει ήδη ξεκινήσει… αλλά τα παιδιά αυτά της γενιάς μας… επειδή ο κόσμος γενικά περνούσε καλύτερα από ότι περνάει τώρα… τους δίναμε, δίναμε τα πάντα στα παιδιά μας και τα καλομάθαμε… και θα δυσκολευτεί αυτή η γενιά περισσότερο γιατί έχει καλομάθει από τα παιδικά της χρόνια, την πλειοψηφία της… γιατί ήμασταν εμείς σαν γενιά που τους δίναμε τα πάντα γιατί μπορούσαμε και τα δίναμε και μιλώ για τη μεγάλη τη πλειοψηφία του κόσμου έτσι; Έκανα παιδί, θα το κάνω, θα το σπουδάσω, θα του κάνω όλα τα δώρα και το ένα και το άλλο. Ας πούμε η δική μου η γενιά – κι εγώ θυμάμαι – ότι δυσκολευόμασταν. Γιατί είναι η γενιά ας πούμε που γεννήθηκε μετά την απελευθέρωση της Κύπρου… οπότε τα πράγματα ήταν απ’ τους Εγγλέζους. Οπότε τα πράγματα ήταν πολύ στρυμωγμένα… που έγινε ένας πόλεμος εκεί για να απελευθερωθεί το νησί τώρα όμως η δεκαετία του ’90 ήταν λιγάκι τα πράγματα πιο εύπορα… δηλαδή δώσαμε στα παιδιά μας τα πάντα και τώρα που πλησιάζει πάλι μια περίοδος που πράγματα παγκόσμια οδηγούνται πάλι σε δύσκολους καιρούς, από αυτήν την έννοια πάλι θα δυσκολευτούν τα παιδιά, γιατί έχουν γεννηθεί έχοντας τα πάντα. Ελπίζω να συνηθίσουν και ο κάθε γονιός να κάνει το καθήκον του και να προσπαθήσει να καταλάβει αυτή η γενιά ότι θέλει τώρα πολύ μεγάλη προσπάθεια και να ξεχάσουμε τα παιδικά μας χρόνια που είχαμε τα πάντα γιατί δυσκολέψαν τα πράγματα και όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παγκοσμίως. Να συμπληρώσω και κάτι ακόμα λέγοντας ότι κάθε γενιά έχει τα συν της εγώ δεν μπορώ να ακολουθήσω αυτή τη γενιά την ταχύτητα που λειτουργεί και με την τεχνολογία που είναι τόσο εξοικειωμένη δυσκολεύομαι πάρα πολύ. Και δεν δυσκολεύομαι όσο δυσκολευόταν οι γονείς μας οι οποίοι εντάξει, μπορεί να μην είχαν την απαιτούμενη μόρφωση, τώρα είναι πιο δύσκολα τα πράγματα δεν νιώθεις μόνο ότι είσαι αμόρφωτος επειδή δεν ξέρεις πράγματα που αφορούν το διαδίκτυο, νιώθεις και ανήμπορος: θέλεις να πληρώσεις έναν λογαριασμό, θέλεις να στείλεις ένα μέιλ, η ένα αρχείο… όλα αυτά άμα δεν τα ξέρεις δεν μπορείς να λειτουργήσεις κιόλας, κλείσανε και οι οργανισμοί που πηγαίναμε και τα κάναμε από κοντά και τώρα πρέπει να τα μάθεις. Μα πως θα τα μάθεις αυτά;

Κωνσταντίνος: Αν ήθελες να περιγράψεις με λίγα λόγια τον εαυτό σου. Πως θα τον περιέγραφες;

Κωνσταντίνα: Ξέρεις, συνήθως δεν είναι εύκολο να περιγράφεις εσύ τον εαυτό σου… Νομίζω ότι άλλοι που έχουν ζήσει μαζί σου… μπορούν να γνωρίζουν πιο πολλά πράγματα… αυτό που θα έλεγα όμως για μένα, που έχω συνειδητοποιήσει δηλαδή είναι ότι είμαι συνεπής, είμαι έντιμη, όταν αγαπάω - αγαπάω πραγματικά, είμαι εργατική, κι εκεί πέρα όμως από άποψη συμπεριφορών δεν έχω τον καθρέφτη απέναντί μου για να μπορώ να ξέρω πως θυμώνω, πως αντιμετωπίζω κάποιες καταστάσεις, αν είμαι ψύχραιμη, νομίζω ότι η κόρη μου θα μπορεί να τα πει καλύτερα και θα βρει και πολλά ελαττώματα για τη μαμά της (γέλια). Αλλά νομίζω τα πιο βασικά είναι αυτά ρε παιδί μου, το ότι κρατώ τις αξίες μου, είμαι σταθερή στις αξίες μου, είναι πολύ σημαντικό, αυτό το ξέρω, είμαι ένα σταθερό άτομο, συνέπεια, δηλαδή δεν είμαι αναβλητική, σέβομαι τους συνανθρώπους μου, με τον οποιοδήποτε τρόπο ας πούμε, και ξέρω να αγαπάω. Από εκεί και πέρα άνθρωποι είμαστε με τις διαφορές μας με το ένα με το άλλο κάποιος μπορεί να με περιγράψει πολύ καλύτερα ίσως εσύ που με ξέρεις χρόνια να πεις ότι σε αυτό το άτομο εγώ είδα αυτά τα στοιχεία.

Κωνσταντίνος: Κυκλοφορεί μια μεγάλη επιτυχία και χαίρομαι πάρα πολύ που το νέο σου τραγούδι με τίτλο «Χορεύω το ζεϊμπέκικο» το ακούω στα ραδιόφωνα και θα χαρώ ακόμα περισσότερο να ακούσω το νέο σου τραγούδι live

Κωνσταντίνα: πολύ χαίρομαι… πραγματικά είμαι σε μια δημιουργική φάση… κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο το τραγούδι αυτό που έγραψε τους στίχους η Τασούλα Θωμαΐδου και ο Θάνος Γεωργουλάς τη μουσική… ένα ζεϊμπέκικο… η ιδέα του τραγουδιού ξεκίνησε πρώτα από το χορό και μετά γράφτηκε ο στίχος… μου είπε η Τασούλα ότι θα σου γράψω ένα ζεϊμπέκικο… προτείνω ότι ο χορός είναι ένα πολύ σημαντικό μέσο για να μπορεί μια γυναίκα – αφού είμαι γυναίκα που το τραγουδάω – γιατί έχει χαρακτηριστεί αντρικός χορός – αλλά μια γυναίκα μέσα από αυτό να μπορεί να απελευθερωθεί… να απελευθερώσει όλα της τα συναισθήματα, να εκτονωθεί, να εκτονώσει το θυμό της, να εκτονώσει την ανασφάλεια όλα αυτά που ζούμε στην καθημερινότητά μας, και είναι μια πρόταση, είναι ένας χορός, ένας δυναμικός χορός, και μέσα από αυτό με πολλή αγάπη να βγάλεις όλα σου τα συναισθήματα για να μην βγούνε κάπου αλλού και βγούνε με άλλο τρόπο που δεν θέλουμε – είναι ο καλύτερος τρόπος.            

Κωνσταντίνος: Και μια τελευταία ερώτηση και κλείνουμε τη συνέντευξή μας. Πριν λίγα χρόνια  έδωσες μια αφιερωματική συναυλία στο ΚΑΤΡΑΚΕΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΝΙΚΑΙΑΣ για τα 30 χρόνια της καριέρας σου.

Κωνσταντίνα: Και αυτή η συναυλία ήταν ένας σταθμός στην καριέρα μου. Κυκλοφορεί ένα διπλό άλμπουμ από εκείνη τη βραδιά. Με τίμησαν όλοι οι συνεργάτες μου και με στηρίξανε ακόμα και ο Κώστας ο Χατζής που δεν κάναμε δισκογραφία μαζί αλλά είπαμε τρία τραγούδια μαζί που προορίζονταν για το άλμπουμ το ταμ ταμ αλλά δεν μπήκανε αλλά ήρθε και τα είπαμε τα τραγούδια αυτά. Μια πάρα πολύ όμορφη εμπειρία και νομίζω ότι εδώ ολοκληρώνω και λέω ότι ρε παιδί μου κάνοντας μια αναδρομή σε όλα αυτά είμαι πολύ χαρούμενη που – καταρχήν να πω και για τα τραγούδια που έχω πει – για τη δισκογραφία μου και για τις συνεργασίες μου – θέλω πάνω απ’ όλα να ευχαριστήσω τον κόσμο γιατί η αγάπη του κόσμου που κάθε φορά που τη συναντούσα αυτήν την αγάπη με οποιοδήποτε τρόπο είτε να έρθει να μου πει μια καλή κουβέντα είτε να μου στείλει ένα μήνυμα είτε να μου στείλει ένα γράμμα πιο παλιά είτε στα social τώρα η να μου φτιάχνει άλμπουμ με φωτογραφίες όπως μου έφτιαχνες εσύ… αυτό μου δίνει δύναμη και ενέργεια για να προχωράω και παρακάτω και παρακάτω και να δημιουργώ αυτό με ενδιαφέρει να είμαι δημιουργική…σωστά δημιουργική όμως…να κάνω πράγματα τα οποία γεμίζουν την ψυχή μου και να γεμίζει την ψυχή του κάθε ανθρώπου που θα το ακούσει…

Κωνσταντίνος: Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ!! Πάντα επιτυχίες!!

Κωνσταντίνα: Κι εγώ σε ευχαριστώ. Πάντα επιτυχίες και σε σένα!!






 

Η φωτογραφία μας είναι της Μαρίας Γεωργαντά


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου