Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2019

ΠΑΙΖΟΥΜΕ ΜΠΟΥΓΕΛΟ;



Κι έτσι ξαφνικά. Μέσα σε μια στιγμή. Γίναμε πάλι παιδιά. Θυμήθηκα τα ανέμελα εκείνα χρόνια. Στο σχολείο. Όταν δίναμε το τελευταίο μάθημα μετά παίζαμε μπουγέλο στον προαύλιο χώρο του σχολείου. Έτσι και σήμερα. Πολλά χρόνια μετά. Γυρίσαμε από τη θάλασσα και παίξαμε με την ψυχή μας. Αφήσαμε το κρύο νερό να μας ξεδιψάσει. Και πράγματι κάναμε σαν παιδιά. Η Δέσποινα, η Σοφία, ο Νίκος, ο μικρός Γιωργάκης κι εγώ. Εδώ στο όμορφο Κυπαρίσσι. Σε ένα από τα πιο όμορφα σημεία της Ελλάδας.












Πέμπτη, 15 Αυγούστου 2019

ΕΧΕΙ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΑΠΟΨΕ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΩΡΑΙΑ…



Και πράγματι είναι πάρα πολύ ωραία. Ειδικά άμα βρίσκεσαι στην εξοχή και την έχεις στο πιάτο σου. Αυτή η πανσέληνος σε μαγεύει. Σε ταξιδεύει. Κάτι σε πιάνει ρε παιδί μου που δεν μπορείς να το προσδιορίσεις. Κι εγώ είμαι ωραία. Δηλαδή αισθάνομαι πάρα πολύ ωραία. Γιατί ψήσαμε στην αυλή και ήπιαμε μπύρες. Πολλές παγωμένες μπύρες. Και έχω έρθει στο τσακίρ κέφι. Αλλά εδώ στην εξοχή δεν έχει άφτερ. Δηλαδή δεν έχεις που να πας τέτοια ώρα. Η ώρα κοντεύει μία μετά τα μεσάνυχτα. Και κάνει ζέστη. Και εγώ ιδρώνω. Και είναι πολύ πολύ ωραίααααααα…






Υ.Γ Αγαπημένη μου Αρετή Καμπίτση σου έκλεψα τη φωτογραφία. Μη μου θυμώσεις. Σε ευχαριστώ!!! 











Δευτέρα, 12 Αυγούστου 2019

ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΑ ΕΝΑΣ ΔΙΣΚΟΣ ΣΕΡΒΙΡΙΣΜΑΤΟΣ. ΓΙΑ ΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΝΕΑΝΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ




Και όποιος δεν έχει κρατήσει δίσκο στα νεανικά του χρόνια – λίγο δύσκολο - δεν θα καταλάβει αυτό το κείμενο. Γιατί δούλευα. Μια ζωή. Από πολύ μικρός. Δεν ήθελα να σε καμία περίπτωση να γίνω βάρος στους γονείς μου. Μπορώ να πω ότι μέχρι ενός σημείου τα κατάφερα. Θυμάμαι ότι ήμουν μαθητής Γυμνασίου και τα καλοκαίρια δούλευα ως σερβιτόρος στην ψησταριά στην Πλατεία Κρήνης στη Νίκαια.

Μετά το στρατό που μπήκα στη δραματική σχολή έπιασα δουλειά στο ξενοδοχείο ΜΕΓΑΛΗ ΒΡΕΤΑΝΙΑ. Δούλευα – εργαζόμουν πάρα πολλές ώρες. Σε μεγάλες δεξιώσεις. Ξύρισμα κάθε μέρα. Στολή και φυσικά άσπρα γάντια.  Αλλά δεν με ένοιαζε. Αμειβόμουν πολύ καλά. Λίγο αργότερα σε ένα café στο Κολωνάκι. Με βάρδιες. Πότε πρωί. Πότε βράδυ. Σκότωμα αλλά πολύ καλά μπουρμπουαρ. Μετά στο Cape Sounio της Grecotel και μετά και μετά και μετά... 

Μέχρι που πάτησα τα τριάντα και είπα ως εδώ! Τα πόδια μου δεν άντεχαν άλλο. Η μέση μου διαμαρτυρόταν από την ορθοστασία. Δεν ήθελα άλλο τη νύχτα. Με είχε τσακίσει. Σήμερα. Ευτυχώς όλα καλά. Σήμερα γράφω βιβλία και αυτό με κάνει πραγματικά ευτυχισμένο. Το μήνυμα. Δεν υποτιμάμε ποτέ αυτούς που μας σερβίρουν. Δεν είμαστε ανώτεροί τους. Είναι και αυτοί άνθρωποι όπως όλοι μας.




Καλή εβδομάδα.    



Κυριακή, 11 Αυγούστου 2019

ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΚΙ ΕΓΩ ΕΚΕΙ...




ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΜΑΣ ΣΤΟ 48ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΙΒΛΙΟΥ ΣΤΟ ΖΑΠΠΕΙΟ. ΣΑΒΒΑΤΟ 31 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΤΙΣ 20:00 ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ 34 ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΠΝΟΗ.

Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2019

ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΒΟΥΚΑΜΒΙΛΙΑ



Ακόμα ένα καυτό καλοκαίρι στο χωριό. Στην άλλη άκρη του κόσμου. Στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων. Με την ανθισμένη Βουκαμβίλια να στολίζει την αυλή και την Ελιά να στέκει μόνη λίγο παραπέρα. Μόνη κι εγώ. Πάντα μόνη. Εγώ και τα βιβλία μου. Εγώ και η μοναξιά μου. «Η μοναξιά της Τζένης» ωραίος τίτλος για βιβλίο. Μπααα.


Μόνη και πάλι στην απέραντη παραλία. Μόνη σε διπλό κρεβάτι. Μόνη για φαγητό και για ποτό αργότερα το βράδυ. Με τους ντόπιους ποτέ δεν τα πήγαινα καλά. Κλειστή κοινωνία. Στενά μυαλά. Άνθρωποι παλαιών αρχών. Σήμερα κάνει πολλή ζέστη. Ήπια τον καφέ μου και κατέβηκα για μπάνιο. Έκανα μια βουτιά και άπλωσα λάδι σε όλο μου το κορμί. Καίγομαι ολόκληρη. Θέλω έναν άντρα και τον θέλω τώρα. Άνοιξα ένα βιβλίο μπας και ξεχαστώ. Πέρασε μισή ώρα. Ίσως και παραπάνω.


Και ξαφνικά το όνειρό μου έγινε πραγματικότητα. Τον είδα. Αυτόν. Να βγαίνει από τη θάλασσα. Ψηλός, ηλιοκαμένος, με καταγάλανα μάτια και κοιλιακούς σκακιέρα. Έτοιμη να του παραδοθώ. Έτοιμη να γίνω σκλάβα του. Να κυλιστώ μαζί του στην άμμο. Ακόμα και στην κόλαση. Δεν μου έδωσε καμιά σημασία. Η απογοήτευση σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου. Μαύρες σκέψεις πλημμύρισαν το μυαλό μου. Μήπως πάχυνα; Μήπως ασχήμυνα; Μήπως δεν μου πάνε τα μαλλιά; Δεν φόρεσα το κατάλληλο μαγιό; Αφού ήταν άκρως αποκαλυπτικό… 


Γύρισα σπίτι αποφασισμένη. Ήθελα να τον κάνω δικό μου. Μόνο δικό μου. Έστω για μια βραδιά. Για ένα one night stand. Έφαγα παγωμένο σταφύλι και ήπια μια μπύρα. Κοιμήθηκα. Αργά το απόγευμα ξύπνησα και έκανα ένα κρύο ντουζ αλλά η κάψα μου δεν έσβηνε με τίποτα. Το βράδυ ήμουν μια θεά. Κοντό φόρεμα, βαθύ ντεκολτέ και ψηλοτάκουνες γόβες. Χωρίς εσώρουχο φυσικά. Πήγα για φαγητό στο ακριανό εστιατόριο και εν συνεχεία για ένα δροσερό κοκτέιλ στο μπαράκι του μόλου.




Μια έκπληξη με περίμενε. Ήταν κι αυτός εκεί. Ξυπόλητος. Με μια τζιν βερμούδα κι ένα λευκό πουκάμισο ξεκούμπωτο. Με πλησίασε. Πιάσαμε την κουβέντα. Μου είπε ότι μόλις χώρισε και είχε έρθει στο χωριό για λίγες μέρες. Ήθελε να ξεφύγει. Ήθελε να ξεσκάσει. Φάνηκε ότι είχε επίπεδο αφού είχε διαβάσει κάποια από τα βιβλία μου. Ήπιαμε πολύ. Μου πρότεινε να με συνοδεύσει μέχρι το σπίτι. Η ώρα κόντευε 4. Δεν του αρνήθηκα. Δεν μιλούσα καθόλου. Τον άφησα να έχει εκείνος το πάνω χέρι.



Καθώς περπατούσαμε μου απήγγειλε στίχους του Οδυσσέα Ελύτη. Μετά από λίγο φτάσαμε στο σπίτι. Ξαπλώσαμε στο διπλό κρεβάτι και έκλεισα τα μάτια. Ναι το ομολογώ. Ναι του παραδόθηκα. Χάδια και φιλιά είχανε τον πρώτο ρόλο. Ξεσκιστήκαμε σαν λυσσασμένα σκυλιά. Το πρωί είχε γίνει άνεμος. Είχε φύγει. Μόνο στην αυλή μου έμεινε ανθισμένη η Βουκαμβίλια μου να καμαρώνει κι εγώ γεμάτη ικανοποίηση να χαμογελώ στον ήλιο που ανατέλλει.