Όποιος γνωρίζει, έστω και ελάχιστα, τον Κωνσταντίνο
Ιωακειμίδη εκ του σύνεγγυς, ξέρει ότι ο κ. Ιωακειμίδης δεν γράφει. Ζει. Η δική
του μυθοπλασία έχει μια ιδιαιτερότητα και ιδιότητα χαρακτηριστική ενός πολύ μικρού
αριθμού, όχι συγγραφέων, αλλά γενικότερα δημιουργών: οι ιστορίες του, οι ήρωές
του, στο τέλος-τέλος και το κάθε του μικρό σύμπαν, μπορούν να υπάρχουν
ολοκληρωμένα μόνο αν τα συναρτήσει κανείς στην περσόνα του δημιουργού τους. Ο
χαρακτήρας του συγγραφέα είναι το κλειδί της κάθε ιστορίας, και του κάθε του
βιβλίου, περισσότερο απ’ όσο οι λέξεις ή οι ιδέες. Κι αυτό είναι ακόμα πιο
φανερό στο φετινό του, δέκατο προσωπικό του μυθιστόρημα, τις «Παράλληλες
τροχιές», που κυκλοφόρησε πρόσφατα από την «Κάππα Εκδοτική». Οι «Παράλληλες
τροχιές» του κ. Ιωακειμίδη τροχιοδρομούν αποκλειστικά πάνω στον μικρόκοσμο του
συγγραφέα, σταθμεύουν στα βιώματά του, αναχωρούν από το θυμικό του, και
καταλήγουν στον δικό του ορίζοντα, που ποτέ δεν ξεμακραίνει από την ανάγκη του
να επικοινωνήσει πρωτογενώς με το υλικό του, πριν απευθυνθεί σε οποιονδήποτε
αναγνώστη. Ο συγγραφέας δηλαδή, σ’ αυτή την περίπτωση, είναι το βιβλίο. Το
παραπάνω ισχύει γενικώς, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, για όσους από εμάς γράφουμε. Όμως
εδώ αποτελεί μια πραγματικότητα που αν δεν αναγνωριστεί εξαρχής, η αναγνωστική
εμπειρία φτωχαίνει ή και διαστρέφεται. Και κανείς, πιστεύω δεν θα επιθυμούσε
κάτι τέτοιο. Γιατί, στ’ αλήθεια, το δεύτερο χαρακτηριστικό της γραφής του κ. Ιωακειμίδη
στο οποίο θα ήθελα να αναφερθώ είναι η πρόθεσή της να γίνει εμπειρία
διασκέδασης, με έναν τρόπο απολαυστικό και μοντέρνο, σοφά επικοινωνιακό και
θεατρικά άμεσο.
Είναι αλήθεια ότι ο κ. Ιωακειμίδης έχει θεατρικό παρελθόν. Όμως
στις «Παράλληλες τροχιές» παρατηρεί κανείς πως έχει σκηνικό παρόν. Γιατί οι έξι
ιστορίες που συναποτελούν το βιβλίο του, μολονότι δεν συναντιούνται στο πλαίσιο
του κοινού λογοτεχνικού παρόντος, κινούνται με συνέπεια σε έναν χωροχρόνο
κοινού βιώματος που ο κοινός τους ιστός, το υφάδι, είναι η παρουσίαση με όρους
σκηνής: πρόκειται για έξι δράματα, έτοιμα σχεδόν να γίνουν μονόπρακτα ή ακόμα
και ταινίες μικρού μήκους. Θα τολμήσω να υποστηρίξω ότι ο συγγραφέας
παραδίδεται στην θεατρική οπτική πολύ περισσότερο απ’ όσο στην μυθιστορηματική,
και μάλιστα ότι το κάνει όχι εν αγνοία του, αλλά πως αποτελεί μέρος ενεργό των
συγγραφικών του προθέσεων. Το σκηνικό ζει και αναπνέει, ο ρυθμός των εισόδων
και των εξόδων των ηρώων εκπληρώνει τις προσδοκίες πιο άμεσα από τον ίδιο τον
λόγο, η δραματική συναρμογή του λόγου στους διαλόγους βεβαιώνει την ταυτότητα
κάθε ήρωα. Και, από την αρχή, από το πρώτο τμήμα, το «Ταξίδι στο όνειρο», γίνεται
φανερό πως η παραστατική εναρμόνιση της κινησιολογίας των προσώπων, με
υποβλητική ένταση στη σημασία που ενέχει το σκηνικό-τόπος για τις ζωές των ανθρώπων,
αναδεικνύει την ιδιότητα της ζωής μας, ως εν γένει θεατρικού χώρου. Η ζωή, ως
κίνηση ανάμεσα σε σταθμούς, ο έρωτας ως αναμονή μεταξύ ασώματων και σωματικών
προορισμών, το τέλμα της προσωπικής προσδοκίας σε σχέση με όσα κινούνται γύρω
μας ερήμην, χτίζονται με μαεστρία λυρική, που ωστόσο, σε κανένα σημείο δεν
υπερβαίνει την απλή γλώσσα, την οπτική περιγραφή, την ωμή αμεσότητα.
Στο «Σ’ αγαπώ που δεν μου
είπα», ο κ. Ιωακειμίδης καταβυθίζεται στα
προσωπικά του βιώματα, και αντί να ξορκίσει δαίμονες, τους ορίζει συνοδοιπόρους
του. Η ιστορία του πατέρα με την άνοια, πέρα από τις προσωπικές συγκινησιακές
συνδηλώσεις και την, συχνά, σπαρακτική τους συναισθηματική ένταση, δεν αφήνεται
να καταντήσει γραφική περιγραφή προς άγραν ευκολιών. Γιατί η γραφή εδώ εξυπηρετεί
και πάλι το θεατρικό τέλος, την κάθαρση. Ο συγγραφέας δεν γράφει για να βρει
κάθαρση ο ίδιος -τι ωραία που θα ήταν αλήθεια να ίσχυαν τα προφανή και τα
συνταγολόγια στην τέχνη, και πόσο η τέχνη θα έπαυε βέβαια, σ’ αυτή την
περίπτωση, να είναι τέχνη-, αλλά για να φέρει κάθαρση στον κόσμο που πλάθει, γιατί
κατανοεί την κάθαρση ως δικαιοσύνη, και τον συγκεκριμένο κόσμο ως μέρος του
κάθε κόσμου. Το πικρό τέλος είναι αναπόφευκτο, στην κάθε ιστορία των ανθρώπων, όπου
γης. Ζούμε, ως είδος, την οδύνη ως προορισμό. Στην ποιητική του κ. Ιωακειμίδη
κάθαρση είναι η αποδοχή της πίκρας, όχι η προσχώρηση στην πίκρα. Ο τόνος του
δεν είναι τόνος θλίψης, αλλά αναγνώρισης και ενσωμάτωσης. Θα ζήσουμε με το
πένθος, ομολογεί, θα αγκαλιάσουμε την απώλεια, ναι. Μα δεν θα αφεθούμε να
γίνουμε απώλεια.
Το αφήγημα «Δεν είμαι εγώ
η Σταχτοπούτα» αναδεικνύει την γνωστή κι από άλλες, προγενέστερες δουλειές του συγγραφέα,
κωμική του φλέβα. Και αυτή τη φορά με το παιχνιδιάρικο πάντρεμα της φάρσας με
το νουάρ, θα μπορούσε να διαβαστεί ως μια από τις έξυπνες παραναγνώσεις
κλασικών μύθων που, και ο ίδιος ο κ. Ιωακειμίδης, και πολλοί άλλοι, επιχειρούν
συχνά. Ωστόσο, στην πορεία της ιστορίας ο αναγνώστης θα αισθανθεί τις
προσδοκίες του να διαψεύδονται. Δεν είναι το κωμικό, ή το ανάλαφρο που
πρυτανεύει στη διαδρομή της αφήγησης. Όλο και περισσότερο φανερώνεται πως ο
προσανατολισμός του συγγραφέα κινείται πλέον σ’ ένα αζιμούθιο περισσότερο σκοτεινό, λιγότερο πρόδηλο. Η
ανάπτυξη της ιστορίας δεν αφήνει το χαριτωμένο να αναδειχτεί ως κυρίαρχο. Πικρό
γέλιο, αναγνώριση του μάταιου, το παιχνίδι του έρωτα γειτονιά με τον πόνο του·
και πάλι ο συγγραφέας αναλαμβάνει το ρίσκο να πάει βαθύτερα, και εκφράσει την
αλήθεια όπως τον τυραννάει, κι όχι όσο την αντέχει. Το ίδιο και στο τέταρτο
τμήμα, στις «Δέκα μαύρες εντολές». Εδώ άλλωστε ο κ. Ιωακειμίδης δεν κρατάει
ούτε τα μυθιστορηματικά προσχήματα, προδίδοντας τις θεατρικές καταβολές από την
πρώτη του φράση: «Αν ήταν θεατρική παράσταση, η υπεράσπιση του δικηγόρου θα
ξεκινούσε κάπως έτσι..». Μάλιστα, παρακάτω, το ακροατήριο στης δικαστικής
αίθουσας αναφέρεται διαρκώς με τον όρο «θεατές». Η επιλογή να παρουσιάζονται τα
έργα και οι ημέρες της ηρωίδας ως ενεργήματα των βιβλικών δέκα εντολών, επιτρέπει
μια κατάτμηση της δράσης ιδιαίτερα λειτουργική, η οποία, και πάλι, οπτικοποιεί
την συγγραφική ειρωνεία με θεατρικούς όρους. Η εντολή ακολουθείται από το
δραματικό της ισοδύναμο. Ο αναγνώστης αναζητά τη σύνδεση, μόνο και μόνο για να
αποδεχτεί στο τέλος ότι όλο αυτό ήταν παιχνίδι: η ηθική είναι βολικό αφήγημα
για αφελείς. Η ανθρώπινη βαρβαρότητα δεν χωράει σε κατηγορίες και καλούπια, θεολογικά
ή φιλοσοφικά, και πάντα μας εκπλήσσει δυσάρεστα και οδυνηρά.
Το τμήμα «Έρωτας είναι», κρατάει για τον εαυτό του το
δικαίωμα να αναγνωρίσει ή και να πανηγυρίσει ότι όλα, από την αρχή ως το τέλος
τους, τα συγγραφικά σύμπαντα του κ. Ιωακειμίδη είναι δυνητικοί σχολιασμοί στην
ερωτική επιθυμία. Με αυτή την έννοια διαβασμένο, το κείμενο δεν είναι ερωτικό, ούτε
συναισθηματικό με την προφανή μορφή που θα περίμενε κανείς. Κι άλλωστε, στην
αρχή της ιστορίας του ο συγγραφέας προειδοποιεί: «η αντίληψη του τι είναι
έρωτας διαφέρει ανάμεσα στους λαούς». Μα, η ιστορία του κατατείνει τελικά στην
επίγνωση πως, το τι είναι έρωτας, διαφέρει ήδη ανάμεσα στους ίδιους τους
ερωτευμένους, κι αυτό είναι ασφαλώς ένα μέρος του δράματος -είπαμε, η θεατρική
ανάγκη-, όχι όμως το οδυνηρότερο. Η οδύνη του έρωτα αναγνωρίζεται στο προφανές
της αδυναμίας μας να αντιληφθούμε με βεβαιότητα οτιδήποτε άλλο πέρα από τις
προσωπικές μας υποψίες για την πραγματικότητα. Ένας έρωτας όχι του Άλλου, αλλά
της εικόνας μας για τον Άλλο. Κι αν το θέατρο είναι πλαστές ταυτότητες που
αναζητούν μια αλήθεια κοινή, ο έρωτας στο έργο του κ. Ιωακειμίδη μοιάζει με
θέατρο σκιών. Η αλήθεια είναι υποψία. Η ερωτική πράξη, θέατρο μέσα στο θέατρο.
Δεν γνωρίζω γιατί ο
συγγραφέας διάλεξε να ολοκληρώσει το βιβλίο με το σαρδόνιο «Της πατρινιάς ο
γιος». Αν η επιλογή του να επιστρέψει στο
μαύρο χιούμορ και τις φόρμες της φάρσας κλείνοντας το έργο του είναι δήλωση ή απλώς ανάγκη. Η
δική μου οπτική σχετίζεται με την επαφή μου με τον ίδιο τον συγγραφέα, ως
πρόσωπο. Και, χωρίς πρόθεση να υπερθεματίσω, νιώθω ότι, στην έσχατη αυτή του
επαφή με τον αναγνώστη, δεν θέλησε να αφήσει την ερημιά και το σκοτάδι ως
επίγευση, ακριβώς επειδή ο ίδιος ποτέ δεν θα το επέτρεπε στον εαυτό του να
νικηθεί από αυτά χωρίς μάχη. Και ομολογώ πως μου αρέσει που το κάνει. Φυσικά, αναγνωρίζει
κανείς στο κείμενο και την κοινωνική κριτική και την κοινοτική παραβολή, μαζί
και ένα σωρό αρχέτυπα και νεοελληνικά τρωτά, ζωντανά ως σήμερα. Όμως, πιο πολύ
νομίζω, ο συγγραφέας επιφυλάσσει για το κλείσιμο και την αποτίμηση να μορφώσει
μια ατμόσφαιρα όπως εκείνη που πρέπει, το οφείλει, να ακολουθεί την γνήσια
κάθαρση, και που οι άνθρωποι στο θέατρο την αναζητούν ή και την αποζητούν: μια
διάθεση παιγνιώδη, ισοδύναμη του «show must go on». Η κατάληξη πρέπει να τροφοδοτεί τη
διάθεση του δημιουργού να συνεχίσει να «παίζει», να ρισκάρει, να αναδιαμορφώνει
την αλήθεια παίζοντας τον Θεό με τα υλικά που την κατασκευάζουν.
Και, αυτό φαντάζομαι είναι που απομένει
τελικά στη συνείδηση του αναγνώστη. Η εμπειρία. Πόσο τόλμησε ο συγγραφέας. Πόσο
βαθιά πήγε. Τι αναζήτησε, και πόσα έχασε στην περιπέτειά του, για να μπορέσει
να σκαλίσει εκείνα που πονούν όλους μας, αλλά μόνο οι γενναίοι αντέχουν να τα
κάνουν παράσταση· που σημαίνει, να τα κάνουν ταυτότητά τους και να τα κουβαλούν,
να τα αντέχουν πίσω από την αυλαία. Ο κ. Ιωακειμίδης πήγε μακριά, ποιο μακριά
από τους σταθμούς του ηλεκτρικού, την Πάτρα ή το κάστρο της μαγεμένης
πριγκίπισσας. Βάδισε ολομέτωπα και φανερά, όρθιος, προς τον προσωπικό του πόνο,
και δεν νίκησε φυσικά - κανείς άνθρωπος δεν νίκησε στα μαρμαρένια αλώνια του
ανθρώπινου δράματος. Αλλά στάθηκε στα πόδια του αρκετά ώστε να προλάβει να δει
και να περιγράψει μια ειλικρινή εκδοχή της δικής του αλήθειας, χωρίς μακιγιάζ, κοστούμια
και στρεβλούς φωτισμούς. Ωμά όσο και διασκεδαστικά, έντιμα μα και κλείνοντάς
μας το μάτι στα δύσκολα, πήγε την τέχνη του ένα βήμα παρακάτω και την ψυχή του
εκεί που χρειαζόταν ο ίδιος. Οι «Παράλληλες τροχιές» του κ. Ιωακειμίδη, παραδόξως,
συναντιούνται, τέμνονται, αγκαλιάζονται με όλους τους δυνητικούς ανθρώπινους
προορισμούς. Και είναι σίγουρο ότι θα βρουν επιβάτες ανάμεσα στο αναγνωστικό
κοινό. Ας είναι μόνο έτοιμοι για ένα ταξίδι αλλιώτικο. Προς τα κάτω. Και προς
τα μέσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου