Σήμερα πήγα για πεντικιούρ.
«Τι χρώμα θα τα βάψουμε;»
με ρώτησε η κοπέλα χαμογελαστή.
«Φθινόπωρο…»
Το χαμόγελο κόπηκε
μαχαίρι. Η κοπέλα με κοίταξε με κατάπληξη, ίσως και με οίκτο. Προφανώς σκεφτόταν πως με χτύπησε κι εμένα το Αλτσχάιμερ…
« Δηλαδή τι ακριβώς
εννοείτε λέγοντας φθινόπωρο, το κεραμιδί;»
«Όχι, όχι, κάτι άλλο είχα
στο μυαλό μου…»
«Μήπως θέλετε να μου
εξηγήσετε κι εμένα;» είπε ελαφρώς εκνευρισμένη εκείνη.
«Να, θέλω κάθε νύχι άλλο
χρώμα, σαν κι αυτά που παίρνουν τα φθινοπωρινά φύλλα…»
«Σοβαρολογείτε;» ρώτησε η
ταλαίπωρη, στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
«Βεβαίως! Ξεκινώντας από
τα μικρά νύχια προς τα μεγάλα, θα βάλουμε πράσινο, βαθυκόκκινο, κεραμιδί προς
καφέ, πορτοκαλί και κίτρινο…»
«Μα… είστε σίγουρη;»
(στην πραγματικότητα, εννοούσε «είσαι με τα καλά σου μωρή τρελάρα; Την τύχη μου
μέσα πρωί πρωί !...)
«Σιγουρότατη! Φέρε μου σε
παρακαλώ τα βερνίκια να διαλέξω…»
Με κοίταξε με ύφος
δολοφονικό και το στοματάκι της, μισάνοιχτο σαν ανοιξιάτικο μπουμπούκι, ήθελε
διακαώς να μου φτύσει στη μούρη, όλη την κοπριά που έκρυβε κάτω από το άνθισμά
του. Της αντιγύρισα το βλέμμα σταθερά, με ακλόνητη αποφασιστικότητα, ώσπου
νίκησα στον μικρό μας πόλεμο των βλεμμάτων και πήγε να φέρει τα βερνίκια.
Άρχισε να δουλεύει σκυμμένη πάνω απ’ τα
πόδια μου, ενώ εγώ με κάθε πινελιά, σκεφτόμουν πόσες φορές αυτά τα πόδια είχαν
πατήσει πάνω στα φθινοπωρινά φύλλα, τότε που κάναμε εξορμήσεις στην Πάρνηθα και
την Δίρφη κι ήταν Οκτώβρης και τα χρώματα εκρήγνυνταν πάνω στις φυλλωσιές… και
μαζεύαμε πλατανοκούμαρα και κάστανα - άγουρα ακόμα, μέσα στην αγκαθωτή φωλιά
τους – και πονάγανε τα μάτια μας από την ομορφιά κι ήταν Άνοιξη στην καρδιά του
Φθινόπωρου γιατί είχαμε ακόμα λίγη απ’ τη νεότητά μας αξόδευτη, λίγη ακόμα
ελπίδα – αφέλεια, πες καλύτερα – κι υπήρχαν δέντρα άκαφτα ακόμα, που φύτρωναν
μέσα μας κι έπιαναν τον τόπο, ώσπου μέσα κι έξω γινόταν ένα τοπίο κοινό… και τα
χρωματιστά φύλλα χόρευαν πάνω στα κλαδιά
και μπρος στα μάτια μας και κάτω απ’ τα πόδια μας και δεν είχα τότε ανάγκη από
χρωματιστά βερνίκια, τα χρώματα χόρευαν μέσα στο κεφάλι μου… κι ήθελα να τα πω
όλα αυτά σ΄ εκείνο το κορίτσι που προσπαθούσε τώρα να βάλει τα χρώματα στα
νύχια μου, αφού είχα απωλέσει πια τη χρωματιστή ζωή μου – τα δέντρα κάηκαν, τα
βουνά μας πλακώνουν, η αθωότητα μας τελείωσε -, πώς να τα πω όμως σ’ ένα κορίτσι με στόμα σαν μπουμπούκι
ανοιξιάτικο, που τα φθινοπωρινά φύλλα των δέντρων είναι για εκείνο απλώς άλλη
μια εικόνα στην οθόνη του κινητού; Αυτή είναι ένα κορίτσι Άνοιξη κι εγώ μια
γυναίκα Φθινόπωρο, πώς να συναντηθούμε;
«Έτοιμη! Καλά βγήκαν τελικά…», είπε το στόμα
– μπουμπούκι διστακτικά, σαν να μην το
πίστευε ακόμα. «Ε, λοιπόν, έτσι μου ’ρχεται… Να σας πω…Να κάνω και κάτι άλλο;
Να, στο μεγάλο το νύχι, εδώ, στο ένα μόνο…να ζωγραφίσω κάτι;»
Ήταν η σειρά μου να την
κοιτάξω σα να ήταν τρελή. Της έγνεψα καταφατικά, με το κεφάλι. Πήρε ένα πολύ
λεπτό πινέλο και ζωγράφισε ένα σκούρο κλαδί, που έβγαινε από τη ρίζα του νυχιού
και κατέβαινε προς τα κάτω με δυο τρεις διακλαδώσεις. Μετά, με τα χρωματιστά
της βερνίκια, ζωγράφισε πολλά μικρά φυλλαράκια σε όλα τα χρώματα του
φθινόπωρου, φύλλα που δεν ακουμπούσαν στο κλαδί, αλλά έφευγαν από αυτό, σα να
τα είχε πάρει ένας ξαφνικός άνεμος. Πάνω στο κλαδί άφησε ένα και μοναδικό, καταπράσινο
φύλλο…
«Ορίστε!», μίλησε το
μπουμπούκι, βγάζοντας πλέον όλα τα αρώματά του. «Για δείτε… τώρα έχετε τα πιο όμορφα νύχια –
φθινόπωρο που έγιναν ποτέ!»
Το κοιτούσα μαγεμένη… Ήταν ένα μικρό
αριστούργημα! Ήθελα να κλάψω από συγκίνηση. Ίσως τελικά, η Άνοιξη και το
Φθινόπωρο να συναντιούνται σ’ εκείνο εκεί ακριβώς το κλαδί, αυτό με το πράσινο
φύλλο…

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου