«Το μυστικό του Ν.Θ.» τι πραγματεύεται;
Το «Μυστικό του Ν.Θ.» πραγματεύεται την εξέλιξη της
ελληνικής κοινωνίας κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα και
τις αρχές του 21ου, όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στον μικρόκοσμο ενός
νησιού του Αιγαίου. Είναι ταυτόχρονα ένα ταξίδι αυτογνωσίας και ενηλικίωσης των
ηρώων του, τόσο κυριολεκτικής όσο και μεταφορικής. Ο βασικός άξονας της
αφήγησης τοποθετείται στα μέσα της δεκαετίας ’80, χρονική στιγμή κατά την οποία
συμβαίνει μια καθοριστική μεταβολή στο αξιακό σύστημα μιας σημαντικής μερίδας
κατοίκων του νησιού: ως υπέρτατη αξία αναγορεύεται η επιδίωξη του γρήγορου
πλουτισμού μέσα από την τουριστική «εκμετάλλευση» του φυσικού του πλούτου. Σ’
ένα παράλληλο αφηγηματικό επίπεδο, αγνοώντας φαινομενικά τον κόσμο των «μεγάλων»,
αλλά στην πραγματικότητα αντανακλώντας τον, μια παρέα παιδιών περνούν το
καλοκαίρι τους στο νησί αναζητώντας τον μυθικό θησαυρό των πειρατών. Και στις
δύο περιπτώσεις, όσο νομίζει κανείς ότι φτάνει κοντά στον θησαυρό, τόσο αυτός
απομακρύνεται, φανερώνοντας σ’ όποιον δεν έχει τυφλωθεί από την αναζήτησή του
πως άλλα πράγματα έχουν μεγαλύτερη αξία.
Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης;
Είναι αρκετές οι πηγές της έμπνευσης. Το ότι ζω εδώ
και αρκετά χρόνια σε ένα νησί του Αιγαίου, το οποίο υποφέρει ολοένα και
περισσότερο από το φαινόμενο του υπερ-τουρισμού και τις συνέπειες που αυτό έχει,
τόσο απέναντι στο φυσικό περιβάλλον όσο και απέναντι στον κοινωνικό ιστό και τη
διαμόρφωση του χαρακτήρα των κατοίκων, είναι η μία πηγή, ίσως η μεγαλύτερη. Η
αφετηριακή αυτή πηγή μπολιάστηκε στην πορεία με διάφορες άλλες: μνήμες, τόσο
δικές μου, προσωπικές, όσο και οικογενειακές, αφηγήσεις άλλων κοντινών μου
ανθρώπων, διαβάσματα και αναφορές σε βιβλία, ποιήματα, τραγούδια, ταινίες,
τηλεοπτικά σίριαλ και ήρωες της κοινής μας νεοελληνικής κουλτούρας και, τέλος, εμπειρίες
μου από την ενασχόληση με την κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα των τελευταίων
δεκαετιών και τα κινήματα που προσπάθησαν να την αλλάξουν προς το καλύτερο, τις
προσδοκίες που χτίστηκαν γύρω από αυτά και τις διαψεύσεις τους.
Πρώτο μυθιστόρημα. Πως αισθάνεσαι;
Από τη μια, αισθάνομαι υπέροχα. Το μυθιστόρημα αυτό είναι
κάτι που με απασχόλησε αρκετά χρόνια, από τη στιγμή που γεννήθηκε η ιδέα, έως
ότου αποκτήσει την τελική της μορφή και τυπωθεί στο χαρτί. Οι ήρωές του και οι
ιστορίες τους πηγαινοέρχονταν όλο αυτόν τον καιρό μες στο μυαλό μου και δεν με
άφηναν ούτε λεπτό σε ησυχία. Τώρα έχουν φύγει πια από μένα κι έχουν αρχίσει το
ταξίδι τους στον έξω κόσμο. Προκύπτει έτσι, από την άλλη, ένα εντελώς
διαφορετικό αίσθημα, μια έγνοια γι’ αυτούς τους χαρακτήρες και τις ιστορίες
τους. Θα τα καταφέρουν να φτάσουν σε άλλους ανθρώπους, όσο το δυνατόν
περισσότερους; Θα μπορέσουν να τους μιλήσουν, θα έχουν κάτι να τους πουν; Θα
τους συγκινήσουν, όπως συγκίνησαν εμένα, ή θα τους αφήσουν αδιάφορους;
Πότε ξεκίνησες να το γράφεις;
Όπως προείπα, χρειάστηκαν αρκετά χρόνια από τη σύλληψη
της αρχικής ιδέας έως την τελική της ολοκλήρωση. Παράλληλα ασχολήθηκα με πολλά
άλλα πράγματα, τόσο δημιουργικά όσο και για βιοποριστικούς λόγους. Μπορώ ωστόσο
μέσα σε αυτό το μακρύ διάστημα να διακρίνω μια επιμέρους περίοδο, που ξεκίνησε
από τη στιγμή που οριστικά αποφάσισα πως αυτή τη συγκεκριμένη ιδέα θα την
αφηγηθώ με τη μορφή ενός μυθιστορήματος και θα τη φτάσω στην ολοκλήρωσή της ο
κόσμος να χαλάσει, και τελείωσε τη στιγμή που έβαλα την τελευταία τελεία. Αυτό
το διάστημα καθημερινής σχεδόν ενασχόλησης με αυτό το μυθιστόρημα και συγγραφής
κράτησε περίπου τέσσερα χρόνια.
Τι σου λένε οι αναγνώστες;
Διαφορετικά πράγματα η καθεμιά και ο καθένας τους –
και είναι κάτι που μου αρέσει αυτό. Μου μιλάνε για τους χαρακτήρες του βιβλίου
και για το ποιους ανθρώπους από την πραγματική ζωή τούς θυμίζουν – είναι ένα
πολυπρόσωπο μυθιστόρημα με εναλλαγές στην εστίαση, οπότε κάθε αναγνώστης/ρια
ταυτίζεται με διαφορετικούς χαρακτήρες, άλλους συμπαθεί περισσότερο και άλλους
όχι, άλλων τα κίνητρα βρίσκει πιο κοντά στα μέτρα του και πιο κατανοητά, άλλων πάλι
η συμπεριφορά κάποιους εκπλήσσει. Αρκετές/οί επισημαίνουν ιστορικές ή άλλες
αναφορές που δεν είχαν υπόψη τους και με αφορμή το βιβλίο τις γνώρισαν και
μπήκαν στη διαδικασία να ψάξουν γι’ αυτές κάτι περισσότερο. Κάποιοι/ες επίσης μου
λένε ότι στην αρχή τρόμαξαν με το μέγεθος του βιβλίου και τις εννιακόσες τόσες
σελίδες, αλλά, όταν άρχισαν να το διαβάζουν και βυθίστηκαν στον κόσμο του, δεν
το κατάλαβαν πώς έφτασαν στο τέλος κι ότι θα ήθελαν να έχει κι άλλο.
Ποιος είναι ο πιο αυστηρός κριτής;
Ο πιο αυστηρός κριτής είναι η σύντροφός μου, την οποία
εμπιστεύομαι περισσότερο απ’ όλους. Είναι η πρώτη που διαβάζει πάντα ό,τι
γράφω. Αν δεν της αρέσει κάτι, δεν υπάρχει δεύτερος.
Γιατί να διαβάσουμε το βιβλίο σου;
Πιστεύω πως κάθε αναγνώστης/ρια θα βρει διαφορετικά
πράγματα στο βιβλίο και διαφορετικούς λόγους για να το διαβάσει. Σε πρώτο
επίπεδο είναι μια περιπέτεια, με δράση, μυστήριο, σασπένς, ανατροπές, που
προκαλεί διαρκώς καινούρια ερωτήματα, κάποια από τα οποία δεν απαντιούνται παρά
μόνο στην τελευταία σελίδα. Δεν είναι όμως μόνον αυτό. Ο αναγνώστης θα
αναγνωρίσει πιστεύω μέσα από τον μικρόκοσμο των ηρώων την ελληνική κοινωνία των
τελευταίων δεκαετιών και τις μεταβολές που επήλθαν σε αυτή στο πέρασμα του
χρόνου. Ο κάθε χαρακτήρας προσθέτει στην αφήγηση τη δική του οπτική γωνία, όλες
μαζί όμως συνθέτουν μια γενικότερη εικόνα, ένα ψηφιδωτό που ολοκληρώνεται
σταδιακά και με τη σειρά του γεννά νέα ερωτήματα και προβληματισμούς για το
παρόν και το μέλλον. Αυτός ήταν άλλωστε ο στόχος μου από την αρχή. Να αφηγηθώ
μια ιστορία, με όσο το δυνατόν διασκεδαστικό και ευφάνταστο τρόπο, που να κρατά
αμείωτο το ενδιαφέρον, αλλά ταυτόχρονα να προβληματίζει και να βάζει τον
αναγνώστη σε σκέψεις που θα τον απασχολούν και αφού κλείσει το βιβλίο. Μια
ιστορία πολυεπίπεδη∙ εύληπτη και κατανοητή από τη μια, αλλά ταυτόχρονα γεμάτη
συμβολισμούς, αναφορές και υπαινιγμούς τέτοιους που δεν εμποδίζουν μεν τον
οποιοδήποτε αναγνώστη να την παρακολουθήσει, αλλά μιλάνε και μ’ έναν
διαφορετικό τρόπο σε όσους ζητούν κάτι περισσότερο από ένα βιβλίο.
Ποιο είναι το πιο δυνατό σου χαρτί;
Δύσκολη ερώτηση. Μάλλον δεν είμαι ο καταλληλότερος
άνθρωπος για να την απαντήσει. Έγραψα ένα βιβλίο που εγώ πρώτος θα ήθελα να
διαβάσω. Ένα βιβλίο που μου έλειπε, που θα ήθελα να υπάρχει, Ελπίζω να νιώσουν
κι άλλοι αναγνώστες έτσι γι’ αυτό.
Τι να περιμένουμε στη συνέχεια;
Να περιμένετε ότι θα συνεχίσω να κάνω αυτό που αγαπάω:
με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να αφηγούμαι ιστορίες. Ή τουλάχιστον θα προσπαθώ.
Ας κλείσουμε με ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο:
Ένα
θα σας πω∙ ήμουν εκεί. Μπορεί καμιά φορά να σας φανεί ότι τα παραλέω κι ότι δεν
γίνεται, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι ήμουν εκεί, μπροστά σε όλα. Εντάξει, όχι όλα,
κάποια μου τα ’πανε κι εμένα. Τα ξέρω όμως από πρώτο χέρι.
Όλα ξεκίνησαν εκείνη
την ημέρα. Έκανε ζέστη, διαολεμένη. Οι δυο άνδρες που έσκαβαν τον λάκκο είχανε
γίνει μούσκεμα. Έσταζε ο ιδρώτας τους, έτσι όπως ήτανε γυμνοί από τη μέση και
πάνω. Ο τρίτος, ο επικεφαλής, στεκόταν παραπέρα, ατσαλάκωτος, κι έδινε διαταγές
σε μια γλώσσα που δεν την είχα ξανακούσει. Ήταν όμως φανερό πως έλεγε κάτι
σαν:
«Κάντε πιο
γρήγορα ρε ζώα!»
Οι δυο
άνδρες, αν και πιο δυνατοί, έδειχναν να τον φοβούνται. Συνέχισαν να σκάβουν,
ώσπου εκείνος, ρίχνοντας μια ματιά στον λάκκο, τους λέει:
«Καλά είναι,
φτάνει! Πιάστε το μπαούλο!»
Σκουπίζουν με
τα χέρια τον ιδρώτα από τα πρόσωπά τους. Οι παλάμες τους στάζουν. Πιάνουν το
μπαούλο.
«Προσέχτε
γαμώ το στανιό μου!» τους φωνάζει. «Προσέχτε!»
Το
μπαούλο όμως είναι βαρύ. Γλιστράει από τα χέρια τους, πέφτει κάτω κι ανοίγει. Χρυσά
νομίσματα χύνονται, που αστράφτουν στον ήλιο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου