Υπάρχει κάτι παράξενο στον τρόπο με τον οποίο ο
άνθρωπος συμπεριφέρεται όταν βρίσκεται ανάμεσα σε πολλούς.
Μόνος του μπορεί να διστάσει να προσβάλει έναν
άνθρωπο, να τον εξευτελίσει, να τον χτυπήσει ή να τον καταδικάσει χωρίς να τον
γνωρίζει. Μέσα σε ένα πλήθος, όμως, τα πράγματα αλλάζουν.
Μια φωνή γίνεται πολλές. Ένα γέλιο χάνεται μέσα σε
εκατό άλλα. Μια προσβολή παύει να μοιάζει προσωπική όταν εκτοξεύεται μαζί με
δεκάδες ακόμη. Ακόμη και μια πράξη βίας μπορεί να φαίνεται διαφορετική όταν το
χέρι που την εκτελεί είναι απλώς ένα από τα πολλά.
Και τότε συμβαίνει κάτι εξαιρετικά βολικό για τη
συνείδηση: η ευθύνη διαχέεται.
«Δεν ήμουν μόνο εγώ.»
«Όλοι το έκαναν.»
«Τι θα άλλαζε αν δεν συμμετείχα;»
Το πλήθος γίνεται ένα είδος ηθικού καταφυγίου. Όχι
επειδή μετατρέπει το κακό σε καλό, αλλά επειδή επιτρέπει στον άνθρωπο να
αισθανθεί ότι το κομμάτι του κακού που του αναλογεί είναι τόσο μικρό, ώστε
σχεδόν δεν υπάρχει.
Γιατί το πλήθος δεν εξαλείφει την ενοχή. Τη μοιράζει
τόσο λεπτά, ώστε κανένα άτομο να μη νιώθει το βάρος της.
Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι μέσα στις μάζες μπορούν να
κάνουν πράγματα που μόνοι τους δεν θα τολμούσαν ποτέ. Ο άνθρωπος δεν γίνεται
απαραίτητα διαφορετικός. Απλώς παύει για λίγο να αισθάνεται απολύτως υπεύθυνος
για αυτό που είναι.
Υπάρχει όμως και εδώ ένα παράδοξο.
Ο ίδιος άνθρωπος που μπορεί τόσο εύκολα να χαθεί μέσα
σε ένα πλήθος, όταν αυτό στρέφεται εναντίον κάποιου άλλου, δυσκολεύεται πολύ
περισσότερο να κινηθεί όταν πρέπει να υπερασπιστεί κάτι που τελικά αφορά και
τον ίδιο.
Βλέπει μια αδικία και δεν αντιδρά. Βλέπει κάποιον να
καταπιέζεται και σκέφτεται ότι δεν είναι δική του υπόθεση. Βλέπει μια εξουσία
να υπερβαίνει τα όριά της και περιμένει κάποιον άλλον να μιλήσει. Όχι
απαραίτητα επειδή συμφωνεί, αλλά επειδή το πρώτο βήμα είναι διαφορετικό από το
εκατοστό.
Είναι εύκολο να μπεις σε μια συγκέντρωση χιλίων
ανθρώπων. Αλλά είναι πολύ δυσκολότερο να είσαι ο άνθρωπος που θα καλέσει τους
άλλους εννιακόσιους ενενήντα εννέα.
Όταν υπάρχει ήδη πλήθος, η προσωπική ευθύνη μικραίνει.
Όταν το πλήθος δεν υπάρχει ακόμη, η προσωπική ευθύνη είναι ολόκληρη.
Στην πρώτη περίπτωση σκέφτεσαι: «Είμαι ένας από
όλους.»
Στη δεύτερη: «Είμαι μόνος μου.»
Γι’ αυτό ο άνθρωπος μαζί με άλλους, μπορεί να φωνάξει
ένα σύνθημα που δεν θα τολμούσε ποτέ να φωνάξει μόνος του σε μια άδεια πλατεία.
Μπορεί να γελάσει με τον εξευτελισμό κάποιου επειδή γελούν όλοι, να επιτεθεί
επειδή επιτίθενται όλοι, να υπερασπιστεί ακόμη και μια ιδέα με φανατισμό,
εφόσον γύρω του υπάρχουν αρκετοί που κάνουν το ίδιο.
Όταν όμως πρέπει να πει «όχι» πριν ακουστεί
οποιοδήποτε άλλο «όχι», όταν πρέπει να υπερασπιστεί τον αδικημένο χωρίς να
γνωρίζει αν κάποιος θα σταθεί δίπλα του, τότε δεν υπάρχει πλήθος για να κρυφτεί
πίσω του.
Υπάρχει μόνο ο ίδιος.
Ίσως αυτό να εξηγεί γιατί κοινωνίες ολόκληρες μπορούν
να ανέχονται καταστάσεις που, αν ρωτούσες ξεχωριστά τα μέλη τους, οι
περισσότεροι θα δήλωναν ότι απορρίπτουν. Ο καθένας περιμένει τον άλλον. Κάποιον
περισσότερο αρμόδιο, περισσότερο γενναίο, περισσότερο ισχυρό ή περισσότερο
θιγμένο.
Έτσι δημιουργείται ένα παράξενο κοινωνικό κενό:
χιλιάδες άνθρωποι μπορεί να διαφωνούν με κάτι και παρ’ όλα αυτά κανείς να μην
κάνει τίποτα. Η αντίδραση υπάρχει, αλλά παραμένει κατακερματισμένη μέσα σε
χιλιάδες ιδιωτικές σκέψεις. Κανείς δεν γνωρίζει με βεβαιότητα πόσοι άλλοι
σκέφτονται το ίδιο και κανείς δεν θέλει να αναλάβει το ρίσκο να το ανακαλύψει
πρώτος.
Έτσι ο άνθρωπος κάθεται στον καναπέ του και περιμένει
το πλήθος που θα του επιτρέψει να σηκωθεί από αυτόν.
Μόνο που το πλήθος περιμένει ακριβώς το ίδιο πράγμα.
Και εδώ η αδράνεια παύει να είναι ουδέτερη. Γιατί όταν
κάποιος αδικείται και εμείς δεν αντιδρούμε επειδή «δεν μας αφορά», δημιουργούμε
έναν κόσμο στον οποίο η αδικία χρειάζεται να αφορά προσωπικά κάποιον για να
προκαλέσει αντίσταση.
Μόνο που αυτός ο κόσμος κάποια στιγμή μπορεί να
στραφεί προς εμάς. Και τότε ίσως κοιτάξουμε γύρω μας περιμένοντας κάποιον να
μιλήσει, ενώ οι άλλοι θα χρησιμοποιήσουν ακριβώς τη σκέψη που χρησιμοποιήσαμε
κάποτε εμείς:
«Δεν με αφορά.»
Υπάρχει λοιπόν και ένα βαθύτερο ατομικό συμφέρον μέσα
στην υπεράσπιση του άλλου. Δεν υπερασπίζεσαι μόνο εκείνον που αδικείται σήμερα.
Υπερασπίζεσαι την αρχή ότι, όταν κάποιος αδικείται, οι υπόλοιποι δεν κοιτούν
αλλού. Και αυτή είναι μια αρχή που ίσως χρειαστείς αύριο.
Το παράδοξο γίνεται ακόμη μεγαλύτερο αν σκεφτούμε ότι
ο άνθρωπος μπορεί να αναλάβει πολύ μεγαλύτερο προσωπικό κίνδυνο για να
ακολουθήσει ένα πλήθος απ’ ό,τι για να προστατεύσει ένα πραγματικό συμφέρον
του.
Μπορεί να εμπλακεί σε μια σύγκρουση επειδή
παρασύρθηκε, να συμμετάσχει σε έναν εξευτελισμό επειδή συμμετείχαν οι άλλοι, να
φωνάξει, να προσβάλει, να καταστρέψει, ακόμη και να διακινδυνεύσει τη σωματική
του ακεραιότητα για έναν θυμό που πριν από λίγα λεπτά ίσως δεν ήταν καν δικός
του.
Κι όμως μπορεί να μη διακινδυνεύσει ούτε την κοινωνική
του άνεση για να αντιδράσει απέναντι σε κάτι που πραγματικά απειλεί την
ελευθερία, τα δικαιώματα ή το μέλλον του.
Γιατί στην πρώτη περίπτωση χρειάζεται μόνο να
ακολουθήσει. Στη δεύτερη πρέπει να εκτεθεί.
Και ίσως εδώ βρίσκεται κάτι πολύ παλαιότερο από την
πολιτική, την κοινωνία ή την ηθική. Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον που έμαθε
επί χιλιάδες χρόνια ότι η ασφάλεια βρίσκεται μέσα στην ομάδα. Η απομάκρυνση από
αυτήν κάποτε δεν σήμαινε απλώς μοναξιά. Μπορούσε να σημαίνει θάνατο.
Ίσως ένα μέρος αυτού του αρχαίου φόβου να εξακολουθεί
να υπάρχει μέσα μας.
Το πλήθος, λοιπόν, δεν μας προσφέρει μόνο αριθμητική
δύναμη. Μας προσφέρει ψυχολογική κάλυψη. Μας επιτρέπει να δανειστούμε το θάρρος
των άλλων χωρίς να χρειαστεί να ανακαλύψουμε αν διαθέτουμε δικό μας.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό παράδοξο του
πλήθους.
Ο άνθρωπος αισθάνεται αρκετά ασφαλής μέσα σε αυτό ώστε
να κάνει πράγματα που μόνος του θα θεωρούσε αδιανόητα, αλλά υπερβολικά
εκτεθειμένος για να κάνει μόνος του εκείνο που θα ήθελε αργότερα να κάνουν
όλοι.
Έτσι οι μεγάλες συλλογικές πράξεις, καλές ή κακές,
έχουν ένα κοινό σημείο εκκίνησης.
Πριν υπάρξουν οι εκατό, υπήρξαν δέκα. Πριν υπάρξουν οι
δέκα, υπήρξαν δύο.
Και πριν υπάρξουν οι δύο, υπήρξε ένας.
Ένας άνθρωπος που δεν είχε ακόμη πλήθος για να κρυφτεί
πίσω του.
Ίσως τελικά εκεί να βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία
της ατομικής ευθύνης. Όχι στο τι κάνουμε όταν όλοι κοιτούν προς την ίδια
κατεύθυνση, αλλά στο τι κάνουμε όταν κοιτάζουμε γύρω μας και ανακαλύπτουμε ότι
κανείς δεν έχει κινηθεί ακόμη.
Γιατί το πλήθος μπορεί να μας απαλλάξει από την
αίσθηση της ευθύνης.
Δεν μπορεί όμως να μας απαλλάξει από την ευθύνη την
ίδια.
Ελευθέριος Π. Αντωνιάδης






