Ναι, είναι γεγονός. Με μεγάλωσαν με αγάπη. Τέσσερις αδελφές, τέσσερις
διαφορετικοί χαρακτήρες, τέσσερις γυναίκες που έβαλαν η καθεμιά το δικό της
λιθαράκι για να μη μου λείψει τίποτα. Να μεγαλώσω χαμογελαστός, να μη φοβάμαι
εύκολα τις δυσκολίες και, ακόμα κι όταν όλα γύρω μου σκοτείνιαζαν, να ψάχνω
κάπου μια χαραμάδα φως.
Τις αγαπώ όσο λίγους ανθρώπους στη ζωή μου. Και την πρώτη, που ακούει
φανατικά Γιώργο Νταλάρα και δεν χάνει ευκαιρία να πάει στο γήπεδο για να δει
την αγαπημένη της ομάδα. Ολυμπιακός και ξερό ψωμί! Και τη δεύτερη, που ταξίδεψε
τόσες ώρες με το καράβι μέχρι τη Λέρο, όταν ήμουν φαντάρος, μόνο και μόνο για
να με δει, επειδή ήξερε πως εκείνη την περίοδο ψυχολογικά ήμουν έτοιμος να
καταρρεύσω. Και την τρίτη, που μου ανοίγει πάντα το σπίτι της στη Σαλαμίνα, για
να βρίσκω την ησυχία που χρειάζομαι και να μπορώ να τελειώνω τα βιβλία μου. Και
την τέταρτη, που γίνεται συχνά η παρέα μου στους καφέδες, στις εξόδους, στις
κουβέντες και σε όλα εκείνα τα μικρά και μεγάλα που μας απασχολούν.
Η πρώτη μιλούσε άπταιστα γαλλικά και είχε βάλει σκοπό της ζωής της να
μάθω κι εγώ. Είχε λυσσάξει! Λες και με περίμενε καμιά σπουδαία καριέρα στο
Παρίσι και δεν μου το είχε πει κανείς. Μαζί με τα γαλλικά, είχε αναλάβει και
μια δεύτερη, εξίσου δύσκολη αποστολή: να μου μάθει την προπαίδεια. Με το καλό,
με το άγριο, με το «θα κάτσεις εδώ μέχρι να τη μάθεις».
Τα χρόνια πέρασαν. Εξακολουθούμε να ζούμε μαζί. Εγώ, βέβαια, ούτε γαλλικά
μιλάω ούτε μπορώ να καυχηθώ πως έγινα ποτέ ξεφτέρι στην προπαίδεια. Άρα, από
εκπαιδευτικής απόψεως, μάλλον απέτυχε παταγωδώς. Σε κάτι άλλο όμως πέτυχε
απόλυτα: μου έμαθε πως υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος δίπλα σου που μπορεί να σε
αγαπά χωρίς όρους. Κι αυτό είναι μάθημα που δεν ξεχνιέται ποτέ.
Η δεύτερη πάλι ανέλαβε διαφορετικό κεφάλαιο της εκπαίδευσής μου. Μου
έμαθε τη νύχτα. Και η νύχτα, φίλοι μου, είναι μεγάλο σχολείο! Δεν είχαμε αφήσει
πίστα για πίστα, κουτούκι για κουτούκι, ταβέρνα, εστιατόριο, μπαρ και
καφετέρια. Βγαίναμε σχεδόν κάθε βράδυ λες και είχε ανακοινωθεί επισήμως ότι
αύριο καταργείται η διασκέδαση. Ξενυχτούσαμε, γελούσαμε, χορεύαμε, κάναμε τις
τρέλες μας και γυρίζαμε σπίτι όταν οι άλλοι ετοιμάζονταν να πάνε στις δουλειές
τους. Κάθε ξενύχτι και μια ιστορία. Κάθε ιστορία και ένα μάθημα.
Θα ξεχάσω, για παράδειγμα, εκείνη τη βραδιά που μέσα στο ποτό μου είχε
πέσει μια ολόκληρη γόπα από τσιγάρο; Όχι βέβαια! Εκείνη την είδε και με πρόλαβε
την τελευταία στιγμή. Εγώ πού να την έβλεπα; Χόρευα πάνω στο τραπέζι! Ευτυχώς
υπήρχε πάντα κάποιος πιο λογικός από μένα. Και συνήθως ήταν η αδελφή μου.
Η τρίτη έχει κάνει για μένα πολύ περισσότερα απ’ όσα ίσως συνειδητοποιεί.
Στο σπίτι της στη Σαλαμίνα έχουν τελειώσει όλα, μα όλα, τα βιβλία μου. Εκεί
βρίσκω το καταφύγιό μου. Πηγαίνω για λίγες μέρες και καμιά φορά οι λίγες μέρες
γίνονται περισσότερες. Κλείνομαι στον δικό μου κόσμο και γράφω. Γράφω το πρωί,
γράφω το απόγευμα, γράφω τη νύχτα. Ξεχνάω ώρες, φαγητά, τηλέφωνα, ανθρώπους.
Κι εκείνη ξέρει.
Δεν με ενοχλεί. Δεν την ενοχλώ. Υπάρχει ανάμεσά μας μια σιωπηλή συμφωνία.
Ξέρει πως όταν γράφω, για μένα ο σκοπός είναι ιερός. Και μου χαρίζει κάτι
πολύτιμο που δύσκολα προσφέρει ένας άνθρωπος σε έναν άλλον: χώρο. Χώρο για να
δημιουργήσω, να χαθώ στις ιστορίες μου και να επιστρέψω όταν αυτές αποφασίσουν
να με αφήσουν ελεύθερο.
Η τέταρτη και τελευταία είναι —πώς να το πω κομψά;— και γαμώ τις
τύπισσες! Τα ζώδιά μας, βέβαια, δεν ταιριάζουν καθόλου. Αν ρωτήσεις τους ειδικούς,
πιθανότατα θα μας συμβουλεύσουν να κρατάμε αποστάσεις ασφαλείας. Ευτυχώς, εμείς
δεν τους ακούσαμε ποτέ. Γιατί μπορεί να μη συμφωνούν τα ζώδιά μας, συμφωνούμε
όμως εμείς. Και αυτό είναι που μετράει.
Ταιριάζουμε σε πολλά. Σχεδόν σε όλα. Πάμε θέατρο, πάμε σινεμά, βγαίνουμε
για μπύρες, καθόμαστε για καφέ και μιλάμε με τις ώρες. Λέμε τα νέα μας,
σχολιάζουμε, γελάμε, γκρινιάζουμε, αναλύουμε τα προβλήματά μας και προσπαθούμε
να βρούμε λύσεις. Υπάρχουν, βέβαια, και φορές που δεν λέμε απολύτως τίποτα. Επειδή
απλώς βαριόμαστε. Και ξέρετε κάτι; Ακόμα κι αυτή η σιωπή έχει την ομορφιά της.
Γιατί με τους ανθρώπους που αγαπάς πραγματικά δεν χρειάζεται πάντα να έχεις
κάτι να πεις. Μπορείς απλώς να κάθεσαι δίπλα τους και να αισθάνεσαι καλά.
Τέσσερις αδελφές, λοιπόν. Τέσσερις διαφορετικοί κόσμοι. Από τη μία πήρα
την αίσθηση πως κάποιος θα βρίσκεται πάντα εκεί για μένα. Από τη δεύτερη πήρα
τη χαρά της ζωής, την τρέλα, τα ξενύχτια και αναμνήσεις που ακόμα με κάνουν να
γελάω. Από την τρίτη πήρα τη γαλήνη και τον χώρο που χρειάζομαι για να
δημιουργώ. Από την τέταρτη πήρα τη συντροφικότητα, την κουβέντα, το μοίρασμα
της καθημερινότητας.
Και από τις τέσσερις μαζί πήρα κάτι πολύ μεγαλύτερο. Ένα κομμάτι από αυτό
που είμαι σήμερα. Γιατί μπορεί να μεγαλώνουμε, να αλλάζουμε, να τραβάει ο
καθένας τον δρόμο του και η ζωή να μας πηγαίνει πότε κοντά και πότε μακριά,
όμως κάποια πράγματα δεν αλλάζουν.
Οι αδελφές μου ήταν εκεί όταν ήμουν παιδί. Ήταν εκεί όταν μεγάλωνα. Ήταν
εκεί στις χαρές, στις ανοησίες, στις δυσκολίες, στα ξενύχτια, στις
απογοητεύσεις και στα όνειρά μου. Και είναι ακόμη εδώ. Οι τέσσερις φύλακες
άγγελοί μου. Μόνο που οι δικοί μου άγγελοι δεν έχουν φτερά. Έχουν ελαττώματα,
νεύρα, παραξενιές, διαφορετικούς χαρακτήρες και, ευτυχώς, πολύ χιούμορ.
Έχουν όμως και κάτι άλλο. Μια τεράστια αγκαλιά που ήταν πάντα ανοιχτή για
μένα.
Και γι’ αυτό τις αγαπώ.
Και θα τις αγαπώ για πάντα.








