Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2025

ΜΙΑ ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ – ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ- ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

 




Ήταν ένα διαφορετικό πρωινό αυτό που είχε ξημερώσει. Το κατάλαβε πριν καν διώξει τον ύπνο από το προσκεφάλι της, πριν τινάξει από πάνω της το σεντόνι, σημάδι πως η νύχτα δεν ήταν πια τόσο καυτή, πριν ανοίξει τα μάτια της να αντικρύσει το νεογέννητο φως.

Το κατάλαβε από τους ήχους. Άκουσε την διαφορά πριν την δει. Ήταν αυτή η ησυχία, που όσο κι αν την είχε αποζητήσει, ήταν η ίδια που τώρα τρύπαγε τα αυτιά της. Ήταν αυτό που έλειπε που έκανε την διαφορά. Ήταν τα τζιτζίκια που είχαν σωπάσει.

Σηκώθηκε βαριεστημένα να ρίξει μια ματιά έξω. Η ροζ πικροδάφνη του κήπου, που έφτανε στο παράθυρό της, κούνησε ελαφρά τα φύλλα της στο απαλό θρόισμα του αέρα, σαν να της έγνεφε καλημέρα. Δίπλα της, η ελιά, κουρασμένη από το βάρος των καρπών της, της έγνεψε κι αυτή.

Φθινοπώριασε κιόλας; αναρωτήθηκε.

Από τότε που είχε σταματήσει τη δουλειά, δεν μέτραγε πια μέρες, δεν μέτραγε μήνες, δεν μέτραγε εποχές. Ένοιωθε πως ο κόσμος τρέχει ξέφρενα κι αυτή ήταν ανήμπορη να τον ακολουθήσει. Γι’ αυτό και είχε πάψει να μετράει. Κρατούσε την δική της πορεία, την δική της εποχική ρύθμιση.

Δεν συμπαθούσε το φθινόπωρο. Παλιά το μισούσε, όπως όλα τα ενδιάμεσα: το φθινόπωρο πριν από τον χειμώνα, το σούρουπο πριν από την νύχτα, το ψιλοβρόχι πριν από την βροχή, την εφηβεία πριν από τα νιάτα, την συμπάθεια πριν από τον έρωτα. Όχι τα ενδιάμεσα δεν της άρεσαν. Προτιμούσε τις ξεκάθαρες καταστάσεις, έστω κι αν αυτές ήταν δύσκολες, ακόμα και ακραίες.

Δεν συμπαθούσε το φθινόπωρο, κυρίως γιατί ήταν προάγγελος του χειμώνα. Και τον χειμώνα τον μισούσε. Τον παραλλήλιζε με τα γηρατειά.

Με αργές κινήσεις έβαλε το μαγιό της, πήρε την τσάντα και το καρεκλάκι της θάλασσας και βγήκε από το σπίτι. Τα τελευταία μπάνια για φέτος, σκέφτηκε με θλίψη.

Η παραλία ξανοιγόταν μπροστά της, η θάλασσα στραφτάλιζε στον ήλιο, που οι ακτίδες του έπεφταν πάνω της περίεργα τρυφερά, κάνοντας την να νοιώθει όλη την ζεστασιά του, χωρίς το καψάλισμα του κατακαλόκαιρου.

«Φθινοπώριασε» μονολόγησε.

Η παραλία ήταν σχεδόν άδεια. Η παρουσία κάποιων ανθρώπων έμοιαζε να δημιουργεί δυσαρμονία στην ηρεμία του απέραντου γαλάζιου που έσμιγε με τον ουρανό. Οι ελάχιστοι ήχοι, κυρίως των αυτοκινήτων που περνούσαν από τον δρόμο, έμοιαζαν να δημιουργούν παραφωνία στον ελαφρύ κυματισμό του νερού.

Έστησε το καρεκλάκι μπροστά στο νερό και αφουγκράστηκε την γαλήνη. Έβγαλε τα γυαλιά ηλίου, έλυσε τα μαλλιά της και κίνησε για το νερό.

«Τα τελευταία μπάνια για φέτος» μονολόγησε πάλι.

Αφέθηκε στην γοητεία της αλμύρας στα χείλη της, της άμμου κάτω από τα πέλματά της, της δύναμης της άνωσης με την οποία το νερό την σήκωνε στην επιφάνειά του. Δεν κολύμπησε. Δεν ήθελε να αγωνιστεί για κάτι. Ήθελε να ξεκουράσει το κορμί της, να γαληνέψει το βλέμμα της και την ψυχή της. Ξάπλωσε μέσα στο νερό, στα ρηχά, σαν να ήταν παιδί, πάνω στην άμμο και στις σκόρπιες πετρούλες. Είχε έρθει ο καιρός να αναπαυτεί. Έκλεισε τα μάτια της στον ήλιο και άφησε τα μαλλιά της να μουσκεύουν και να σαλεύουν στους ώμους της χαϊδεύοντας την. Έμεινε ακίνητη, χωρίς όραση, μόνο με ακοή.

«Φθινοπώριασε» άκουσε μια φωνή να της λέει.

Δεν ήταν η δική της φωνή. Ήταν η φωνή ενός ξένου.

Άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε. Της χαμογελούσε.

Του χαμογέλασε κι εκείνη.

«Φθινοπώριασε» συμφώνησε κι αυτή.

Έκανε να ανασηκωθεί. Εκείνος της έδωσε το χέρι του για να την βοηθήσει. Είδε πως είχε στήσει την δική του καρέκλα κοντά στην δική της. Της χαμογέλασε πάλι.

«Έχουμε όμως καιρό ακόμα ως τον χειμώνα» της είπε.

Για κοίτα που θα αρχίσω να συμπαθώ το φθινόπωρο, σκέφτηκε εκείνη.

«Ελπίζω να αργήσει…» του απάντησε.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αντώνης Ε. Χαριστός | Αναφορά στη μελέτη «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου. Ε.Λ.Α. - 17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης» | Εκδόσεις Υψικάμινος

  Διαβάζοντας κανείς την ογκωδέστατη μελέτη του Αντώνη Ε. Χαριστού, σε εξαιρετικά αναλυτική εισαγωγή του Στράτου Τζαμπαλάτη, με τίτλο «Η επα...