Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Ο Αντώνης Ε. Χαριστός στις Μεθυσμένες Ιστορίες

 



Τι πραγματεύεται το νέο σας βιβλίο;

Πραγματεύεται τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές αιτίες που οδήγησαν στην αυτονόμηση της ένοπλης εργατικής πρωτοπορίας τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Ιταλία και τη Γερμανία. Υπάρχουν κοινές αφετηριακές αιτίες και σημαντικότερη όλων τη μεταβολή στις οικονομικές δομές της καπιταλιστικής λειτουργίας. Όταν μεταβάλλονται οι δομές στην υλικοτεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, ταυτόχρονα πλήττεται η εργατική τάξη σε τέτοιον βαθμό που εξωθείτε να παρέμβει στον δημόσιο χώρο με τις αντίστοιχες διεκδικήσεις και τα αιτήματά της. Στο σημείο αυτό αυτονομούνται οι ένοπλες εργατικές πρωτοπορίες, σηματοδοτώντας την παρέμβαση στον ίδιο αυτόν δημόσιο χώρο με στόχο, όμως, όχι τη διεκδίκηση αιτημάτων προσαρμοσμένων στα όρια του αστικού συστήματος, αλλά υπερβαίνοντάς τα, με τελικό σκοπό την πρόκληση ρήξεων στο αστικό κέλυφος εξουσίας και τη μαζική είσοδο των εργατών στο προσκήνιο της ιστορίας, ανατρέποντας τους συσχετισμούς δύναμης.

 

Πόσα χρόνια σας πήρε να το ολοκληρώσετε;

Μαζί με τον Στράτο Τζαμπαλάτη ξεκινήσαμε σειρά 15 μελετών αρχής γενομένης από τη μελέτη «Η βαρβαρότητα του Διαφωτισμού. Ιδιοκτησία και αναγκαιότητα», στην οποία συνέβαλαν με εισαγωγή και πρόλογο οι Χρήστος Μιάμης και Κώστας Λίχνος. Η έρευνα για τη δεύτερη αυτή μελέτη «Η επαναστατική αντι-βία στην ανατομία του δικαίου» διήρκεσε 6 χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί ότι συγκεντρώνουμε τεκμήρια και αρχειακό υλικό παράλληλα με άλλες μελέτες, επομένως είναι μία σύνθετη και επίπονη διαδικασία. Πιστεύω πως το αποτέλεσμα το αποδεικνύει.

 

Τι μηνύματα θέλετε να περάσετε στους αναγνώστες;

Κατά κύριο λόγο απευθυνόμαστε στους εργάτες. Είναι καιρός να πάψουν να διαβάζουν την ιστορία της τάξης τους με τα μάτια των αστών. Επί δεκαετίες οι νέες γενιές εργατών που εμφανίζονται στο προσκήνιο του δημόσιου λόγου αφομοιώνουν και επαναλαμβάνουν σαν δική τους, σαν να αφορά αποκλειστικά αυτούς τους ίδιους, τα αφηγήματα της αστικής εξουσίας. Σε αυτό συμβάλλουν κατ’ εξακολούθηση οι κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς, επίσημης και ανεπίσημης. Με έντεχνο τρόπο η αστική εξουσία διοχετεύει στον δημόσιο λόγο το κυρίαρχο κάθε φορά αφήγημα, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της. Απευθυνόμαστε, λοιπόν, στους εργάτες και τους καλούμε να διαβάσουν την ιστορία τους έξω από το αστικό πλαίσιο διδασκαλίας αυτής.

 

Τι θα ανακαλύψουν οι αναγνώστες διαβάζοντάς το;

Λεπτομέρειες για τον τρόπο με τον οποίο η εγχώρια αστική τάξη συγκρότησε τον εαυτό της ως εξάρτημα και προέκταση των μονοπωλίων του αμερικανικού, του γερμανικού και του γαλλικού κεφαλαίου, με μοχλό τον κρατικό μηχανισμό. Επίσης, τον τρόπο με τον οποίο οι κομματικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς, Κ.Κ.Ε. και Κ.Κ.Ε. εσ., ποδηγέτησαν τους εργατικούς αγώνες και τους ενσωμάτωσαν στο αστικό νομικό όριο διαμαρτυρίας. Τέλος, λεπτομέρειες για τη διασπάθιση δημοσίου χρήματος σε λίγους και εκλεκτούς, τον ρόλο των πολιτικών προσώπων της εποχής, καθώς και των Μ.Μ.Ε. στη διαμόρφωση της διαπλοκής στη χώρα μας. Φυσικά, όλα αυτά αναλύονται με γνώμονα την ανάδειξη και την αυτονόμηση της ένοπλης εργατικής πρωτοπορίας και τον ρόλο τον οποίο διαδραμάτισε στην ιδεολογική και πολιτική διαφοροποίηση της εργατικής τάξης έναντι του κατεστημένου των πολιτικών τόσο της αστικής εξουσίας, όσο και της γραφειοκρατικής Αριστεράς.







Τι σας δυσκόλεψε κατά τη διάρκεια της συγγραφής;

Λειτουργούμε με τον Στράτο Τζαμπαλάτη εξαιρετικά συντονισμένα και οργανωμένα. Οι δυσκολίες που προκύπτουν, δυσκολίες κατά κύριο λόγο ερευνητικής φύσης και τεκμηρίωσης, υπερκαλύπτονται από την αμοιβαιότητα κατανόησης και συνείδησης του σκοπού που οι μελέτες επιτελούν, επομένως το πνεύμα αλληλεγγύης και στήριξης είναι κυρίαρχο, δεδομένου του γεγονότος ότι πρόκειται για εργασίες μακρόχρονες και απαιτητικές.

 

Τόσα χρόνια στον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών. Τι κερδίσατε και τι χάσατε;

Έχω γνωρίσω εξαίρετους ανθρώπους. Και αυτοί είναι λίγοι και κυρίως αθόρυβοι. Σε αυτούς μένω. Όλα τα υπόλοιπα και όλους τους υπόλοιπους, τα αφήνω πίσω μου, γιατί δεν φταίνε αυτοί, τόσοι ήτανε, για να χρησιμοποιήσω στίχο του Μ. Αναγνωστάκη.

 

 

Η νέα γενιά διαβάζει βιβλία;

Κάθε γενιά κατασκευάζεται στο κανονιστικό πρότυπο των εξουσιών που τη διαχειρίζονται και την ελέγχουν. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται ειδικά στο βιβλίο, αλλά συνολικά στον τρόπο σκέψης. Καμία κοινωνία έως σήμερα δεν επέτρεψε στα μέλη της να σκέφτονται με αυτονομία στη βούληση.

 

Που οδεύει η σύγχρονη κοινωνία;

Εάν αναφερόμαστε στα φαινόμενα παθογένειας, αυτά είναι συμπτώματα των μεταβολών που λαμβάνουν χώρα στις παραγωγικές δομές και τις αντίστοιχες παραγωγικές σχέσεις. Αυτές οι μεταβολές συστέλλονται ή διαστέλλονται στο θεσμικό πεδίο και μέσω αυτού διοχετεύονται στο κοινωνικό όλον. Επομένως, όσο υπάρχει καπιταλισμός, κράτος και αστική εξουσία, η κοινωνία συνολικά θα νομιμοποιεί την αποκτήνωση των ανθρωπίνων σχέσεων, την περιθωριοποίηση της αντι-συμβατικής σκέψης και την επιφάνεια των πραγμάτων, ώστε όλοι να νιώθουν ευτυχισμένοι στην ψευδαίσθηση της τεχνητής ελευθερίας τους.

 

Είστε γενικά αισιόδοξος με το μέλλον;

Για το μέλλον των εργατών απαισιόδοξος. Στο ίδιο έργο θεατές θα είμαστε και πάλι. Παθητικοποίηση, αποστασιοποίηση, ενσωμάτωση, ατομοκεντρισμός, κατανάλωση ως συνώνυμο της ύπαρξης. Και το αφήγημα της αστικής εξουσίας αναπαράγεται από τους ίδιους τους εργάτες διαρκώς και αδιαλείπτως.

 

Που μπορούν οι αναγνώστες να βρουν το βιβλίο σας;

Σε όλα τα βιβλιοπωλεία.

 

Ας κλείσουμε με ένα μικρό χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Ακολουθεί ένα ακόμη απόσπασμα από το 5ο κεφάλαιο. […] Το αστικό κράτος νομιμοποιεί τη βία στην προάσπιση των συμφερόντων που το γέννησαν και το αναπαράγουν καθημερινά και αδιαλείπτως. Η αντι-βία τής πρωτοπορίας των εκμεταλλευομένων καταδικάζεται ως παραβίαση του νόμου, παραβίαση των κανόνων θέσπισης της κοινωνίας, στους οποίους οι προλετάριοι δε συμμετείχαν, ούτε τους ζητήθηκε ποτέ η δική τους θέση. Η απόπειρα ανατροπής τής έννομης τάξης καταγγέλλεται και το νόημα του αγώνα της διαπομπεύεται στον δημόσιο λόγο, αποκρύπτοντας πως στην πράξη η εφαρμογή τής βίας εκ μέρους τού αστικού κράτους στην υπεράσπιση του νόμου αποτελεί αντίφαση, η οποία αντιβαίνει όχι στη λογική τού νόμου, αλλά στην περίσταση αυτού, δηλαδή στην κρίσιμη εκείνη στιγμή που το υποκείμενο τής βίας μετασχηματίζεται σε συλλογικό όργανο καταπίεσης και καταστολής. Η βία τής εξουσίας είναι η βία ενταγμένη στο σκέλος των σκοπών που υπηρετεί, καθώς στην πρακτική εφαρμογή της καταστρατηγείται η διάκριση ανάμεσα στη νομοθετική και τη νομοπροστατευτική διάσταση βίας και αντι-βίας. Η κατασταλτική βία των δυνάμεων στρατού και αστυνομίας εμφορείται και από τις δύο διαστάσεις, ενώ η ένοπλη εργατική πρωτοπορία καθοδηγείται από την αντι-βία τής προάσπισης καταπατημένων δικαιωμάτων των καταπιεσμένων, τής προστασίας από τη δράση των μονάδων καταστολής, τής συμβολικής απάντησης στους θεσμούς εκμετάλλευσης, τής ρήξης με το σύνολο των  ορίων τής αστικής νομιμότητας. Η βία είναι το μέσο για την επιβολή τού περιεχομένου τού νόμου, τη στιγμή που ο τελευταίος δομείται στη βία των συμφερόντων που εκπροσωπεί. Η αντι-βία λοιπόν αντιστρατεύεται στο σύνολο του σώματος των μηχανισμών που παράγουν τη βία των αστικών συμφερόντων και μαζί τους τις δομές που υπηρετούν την παραγωγή και αναπαραγωγή τού καθεστώτος τής εξαθλίωσης. Η ένοπλη εργατική αντι-βία συνοδεύεται από τη στρατηγική ένταση της πολιτικής βίας ως εξελικτικό στάδιο της συλλογικής αμφισβήτησης. Ο πολιτικός χαρακτήρας τής «ένοπλης προπαγάνδας», που διαχέεται σε κάθε ενέργεια συμβολικής αντιστοιχίας, και ουσιαστικού, στιγμιαίου, ρήγματος (στιγμιαίου γιατί κάθε ενέργεια της ένοπλης πρωτοπορίας δε σημαίνει ότι γίνεται αμέσως αντιληπτή από τους εκμεταλλευόμενους ως σημείο δικής τους παρέμβασης, ως τρωτό σημείο αναφοράς, ώστε το οργανωμένο εργατικό και λαϊκό κίνημα να  συσπειρώσει τις δυνάμεις του, ώστε το σημείο αυτό να γίνει τομή πρώιμης ρήξης, καθώς μεσολαβούν μια σειρά από παράγοντες τού αστικού κράτους που σπεύδουν να το καλύψουν διαστρεβλώνοντας το πολιτικό περιεχόμενο της ενέργειας, διαποτίζοντάς τη με ιδεολογική πλαστογράφηση, αντιστρέφοντας τους όρους παρουσίας της στον δημόσιο χώρο), διακρίνεται από την κοινωνική βία, καθώς η τελευταία δε διαθέτει κανονιστικά και στρατηγικά χαρακτηριστικά. Δεν ενσωματώνει γνωρίσματα ούτε μέσου ούτε σκοπού, αλλά εδράζεται στην ταξική φύση των σχέσεων εξουσίας και ιεραρχημένης, καθετοποιημένης, κυριαρχίας. Για τον λόγο αυτόν και η κοινωνική βία είναι αυθόρμητη, σε αντιδιαστολή με την οργανωμένη, συντεταγμένη και στρατηγικά διαβαθμισμένη, ένοπλη αντι-βία τής εργατικής πρωτοπορίας. Η κοινωνική βία παίρνει διάφορες μορφές, που άλλες οριοθετούνται στα δεδομένα τής νομιμότητας και άλλες τα υπερβαίνουν, με την κατασταλτική δράση των δομών εξουσίας να είναι η συνηθισμένη πρακτική. Από την άλλη πλευρά, η πολιτική αντι-βία τής ένοπλης εργατικής πρωτοπορίας δεν είναι η βία αυτή καθαυτή, αλλά το συμβολικό περιεχόμενο αμφισβήτησης των δομών και των υποδομών τού συστήματος και των σχέσεων εξουσίας, στις ρωγμές των οποίων οι ένοπλες ενέργειες διαμορφώνουν ένα σχηματοποιημένο πλαίσιο οργανωμένης αμφισβήτησης, τέτοιας που να μην επιτρέπει το σύστημα να οριοθετήσει εκ νέου τη νομιμότητά του, αλλά να το αναγκάσει να την παρακάμψει, γνωστοποιώντας τον πραγματικό, φασιστικό, αυταρχικό και καταπιεστικό  του χαρακτήρα, πετώντας τη μάσκα τού φιλελευθερισμού και τής συνταγματικής δημοκρατίας. Επί της ουσίας, η αντι-βία των ένοπλων οργανώσεων της εργατικής πρωτοπορίας είναι η εργαλειακή αναφορά τής προοπτικής κατάργησης κάθε μορφών βίας, σε ένα στρατηγικό σχήμα για την κατάργηση των αιτιών που την προκαλούν. Έτσι, η βία δεν είναι αυτοσκοπός για την εργατική πρωτοπορία, αλλά το μέσο για την πολιτική –έμπρακτα– αμφισβήτηση των υλικοτεχνικών προϋποθέσεων αναπαραγωγής μίας μόνιμης κατάστασης ανορθολογικής εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, μεταβάλλοντας τους συσχετισμούς των πολιτικών σκοπών. Κάθε πτυχή τού κοινωνικού όλου εξετάζεται από τη σκοπιμότητα υπέρβασης των ορίων τής αστικής νομιμότητας, δηλαδή των ορίων κανονικοποιημένης εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Πρόκειται, επομένως, για ένα ορθολογικό, και ταυτόχρονα ηθικό, πρόταγμα λειτουργικότητας του επαναστατικού σκοπού, με την ιστορική μνήμη να μετατρέπεται σε γέφυρα ενοποίησης των μορφών παρέμβασης των από κάτω στο πεδίο βολής των από πάνω. Η ένοπλη αντι-βία τεχνικοποιεί τη σχέση μέσου και σκοπού, για να ενεργοποιήσει τις πλέον δυναμικές μορφές μεσολάβησης που θα αρνηθούν το σύστημα των αστικών αξιών και των δομών που τις υπηρετούν στην πράξη, εντείνοντας την αμφισβήτηση στην κατεύθυνση της ολικής ρήξης, και όχι της μεμονωμένης διεκδίκησης των νόμιμων μορφών δράσης τού οργανωμένου εργατικού και λαϊκού κινήματος. Φυσικά, κάθε μορφή βίας έχει πολιτικό χαρακτήρα, αλλά υπάρχει η βία τής πολιτικής κοινωνίας επί των όρων νομιμοποίησης των συντεταγμένων αναπαραγωγής τού συστήματος, όροι οι οποίοι όσο κι αν μοιάζουν ριζοσπαστικοί (βλ. απεργίες, καταλήψεις, διαδηλώσεις), εντούτοις δεν οδηγούν την οργανωμένη λαϊκή αντίδραση στην κατεύθυνση της ρήξης, παρά μόνο στην κατεύθυνση της συνειδητοποίησης της αναγκαιότητας διαχωρισμού των ταξικών συμφερόντων διεκδίκησης. Από την άλλη πλευρά, η ένοπλη εργατική πρωτοπορία εξ αρχής υπερβαίνει τα όρια νομιμότητας, καθώς δεν αναγνωρίζει τα τεχνητά «εδάφη» περιορισμού και ελέγχου, στα οποία η αστική εξουσία εγκλείει τις κοινωνικά εκμεταλλευόμενες δυνάμεις, αλλά μεταθέτει τον πολιτικό χαρακτήρα τού καθεστώτος στην πολιτική τής πρακτικής διάστασης των συνεπειών τής ταξικής πάλης. Με άλλα λόγια, η ένοπλη εργατική αντι-βία δεν είναι η πολιτική τής πρωτοπορίας που επανδρώνει την πρώτη γραμμή για τη μελλοντική άρνηση και ρήξη. Είναι η ίδια η άρνηση και η ρήξη στο εδώ και τώρα, θέτοντας μία οριστική, διαχωριστική, γραμμή ανάμεσα στην αστική και την προλεταριακή ηθική. Κι αν στην κοινωνική βία η φυγή από τον ρεαλισμό τού εφικτού γρήγορα επιστρέφει στις αρχικές προϋποθέσεις ύπαρξής της, με την κατασταλτική παρέμβαση των δυνάμεων προστασίας τού αστικού καθεστώτος, στην ένοπλη εργατική πρωτοπορία ο ρεαλισμός τού εφικτού καθορίζεται στην κάννη των όπλων, δηλαδή στην έμπρακτη αμφισβήτηση του καθεστώτος, προκαλώντας την ιδεολογική, ηθική και υλικοτεχνική ήττα δομών και υποδομών, επομένως δεν αναγνωρίζεται εκ των προτέρων  ένα πλαίσιο ρεαλισμού, εκ των προτέρων δοσμένου και προσδιορισμένου από τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας, αλλά διαμορφώνεται σε κάθε περίπτωση, βήμα το βήμα, ενέργεια την ενέργεια, προς την κατεύθυνση αυτός ο ρεαλισμός να αποκτήσει γνωρίσματα ολότητας μέσα από την απόλυτη άρνηση και ανατροπή. Έτσι, η πολιτική βία δεν εντάσσεται στα «σύνορα» της υποκειμενικότητας, αλλά αποτελεί προέκταση, και μάλιστα στην πιο ποιοτικά αναβαθμισμένη μορφή της, τής αντικειμενικότητας των αιτιών ύπαρξης της συγκεκριμένης πραγματικότητας. Για τον λόγο αυτόν, η ένοπλη εργατική πρωτοπορία και οι ενέργειές της δεν μπορούν να ερμηνευτούν με όρους ποινικού κώδικα του αστικού δικαίου, και οι παρεμβάσεις τους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως «εγκληματικές», γιατί αντιστρατεύονται στην πράξη τούς όρους ύπαρξης του συστήματος που γεννά το αστικό δίκαιο και τον ποινικό κώδικα ως δομές προάσπισης των κυριαρχικών συμφερόντων, όροι βίας, αυταρχισμού, εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης. Η ένοπλη αντι-βία τής εργατικής πρωτοπορίας μορφοποιεί την ηθική τής κορυφαίας εκδήλωσης αγάπης τού εκμεταλλευόμενου ανθρώπου προς τον συνάνθρωπό του, αναγκάζοντας εαυτόν στην άρνηση του τεχνητού «ανθρωπισμού» που εδράζεται στο κέρδος και το ατομικό κυνήγι αυτού ως ύψιστη αξία στη ζωή των καπιταλιστικών κοινωνιών, προκειμένου στην κάννη των όπλων να κατασκευαστεί ο νέος άνθρωπος παράλληλα με την επίπονη διαδικασία γέννησης της νέας κοινωνίας. Η ηθική τής ένοπλης αντι-βίας δείχνει την κατεύθυνση, ανοίγει δρόμους, συμβολοποιεί την πορεία και αντιστρέφει τη διαστρέβλωση εννοιών, όρων και πρακτικών των μηχανισμών τής αστικής εξουσίας, προκειμένου οι εκμεταλλευόμενοι του σήμερα να αντιμετωπίσουν την απελευθέρωσή τους και συνάμα την απελευθέρωση του συνόλου τής κοινωνίας στο εδώ και στο τώρα […].


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΒΙΒΛΙΟΠΡΟΤΑΣΗ | REBECCA YARROS | Η ΦΛΟΓΑ | ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΙΝΩΑΣ

  ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ Στο Λέγκασι του Κολοράντο έθαψα τον πατέρα μου, δίπλα στα μέλη της επίλεκτης ομάδας εξειδικευμένων πυροσβεστών του. Δέκα χρόνι...