Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Μέρος Βου!



Υπάρχουν όμως πράγματα και γεγονότα τα οποία δεν φανταζόμουν. Όταν ο Ερμής είναι ανάδρομος (στον πλανήτη αναφέρομαι) το σύμπαν κάνει άγριο σέχ! Εγώ όμως ήμουν και δυνατός και ατρόμητος! (ομάδα ποδοσφαίρου δεν είναι αυτή;) Όμως ο ξαφνικός και αναπάντεχος χαμός της μανούλας μου ήτανε εκτός προγραμματισμού. Εκείνη η γλυκιά μανούλα με τη χρυσή καρδιά που πριν πενήντα και κάτι χρόνια έφερε στον κόσμο έναν πανέμορφο και ξεχωριστό και γοητευτικό και πρόστυχο και σέξι μα πάνω απ’ όλα μετριόφρων γάτο. Μια μάνα που παρόλη τη φτώχια και τη δυστυχία άντεξε στα τόσα βάσανα. Ο γαμωκαρκίνος τη θέρισε κι ότι κι αν κάναμε εμείς την έχασε τη μάχη.

Φυσικά και την είχα στην ακριβότερη κλινική. Και τι να λέει; Οι γιατροί σηκώσανε τα χέρια ψηλά. Και έκλαψα και πόνεσα όπως έλεγε το άσμα της Γιαγκούση. Η κηδεία της έγινε σε πολύ στενό κύκλο. Δεν ήθελα κάμερες και φωτορεπόρτερ. Δεν θα το ήθελε κι η ίδια. Ήταν μια μάνα η οποία έκανε τα πάντα για να μη μου λείψει τίποτα κι εγώ ο παπάρας ούτε ένα εγγόνι δεν της χάρισα. Άσε πίκρα μεγάλη μιλάμε. Τα νιαουρίσματα ακόμα ηχούν στ’ αυτιά μου. Μεγάλη απώλεια. Anyway.

Έπρεπε πάση θυσία να διατηρήσω τη ψυχραιμία μου. Ένας μεγάλος και τρανός επιχειρηματίας σαν κι εμένα είναι υποχρεωμένος να προσέχει τις κινήσεις του (αν έπαιρνε γραμμή η ξανθούλα ότι ξενοκοιμάμαι θα μου τα έκοβε από τη ρίζα). Ο ανταγωνισμός στα μαγαζιά μεγάλος. Οι καιροί  δύσκολοι. Εγώ με την ξανθούλα μου είχαμε φτιάξει ένα καθώς πρέπει όνομα στη νύχτα και υπήρχε κόσμος που μας υποστήριζε σε κάθε μας βήμα. Υπόγεια μπούρδα στη Φυλής να ανοίγαμε γεμάτη θα ήταν κάθε βράδυ…

Ο καιρός περνούσε γρήγορα και ο σταρ από το εξωτερικό θα ερχόταν στην Ελλάδα για να ηχογραφήσει τη νέα του δισκογραφική δουλειά και να κλείσουμε τη μεγάλη συμφωνία. Μια άφιξη η οποία μου κόστισε ακριβά. Η λίμο μονάχα να σκεφτείς χίλια ευρώπουλα τη μέρα. Με τι θα πηγαινοερχόταν το αγόρι; Καρότσι από το σουπερ μάρκετ;
Έπρεπε να βάλω τα δυνατά μου. Να κάνω τα πάντα για να μη περάσει απαρατήρητος. Να είναι όλα στην εντέλεια για να μην έχει το παραμικρό παράπονο. Να κοιτάξω μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια. Διάβασα στη βιογραφία του (σε ποια ηλικία την έγραψε;) ότι πεθαίνει για μπιφτέκια και τηγανιτές πατάτες. Ο κιμάς: ειδική παραγγελία! Ξέρεις πως είναι αυτοί της σόουμπιζ. Όλο παρακάλια και γλειψίματα θέλουν. Ωραιοπαθή και ματαιόδοξα πλάσματα με την απαίτηση να βρίσκονται πάντα στο επίκεντρο και με όλα τα φώτα της δημοσιότητας στραμμένα επάνω τους. Ας μη μιλήσω για τα φλας των φωτογράφων. Εντάξει, ok, κι εγώ μέσα στην ωραιοπάθεια κολυμπάω, αλλά τι φταίω που η μανούλα μου με έβγαλε σκέτο παίδαρο; 

Ο στόχος μου ήταν το όνειρό μου. Ένα θεόρατο κέντρο που θα γράψει ιστορία. Το λοιπόν: με βαριά καρδιά έβαλα λουκέτο στα μαγαζιά μου: στο αγαπημένο μου καφενεδάκι στον Πειραιά (έκανα κι αποχαιρετιστήριο πάρτι), στου Ψυρρή (κρατήσαμε χαμηλούς τόνους) και στη pub στο Κολωνάκι (αυτό μας πόνεσε πολύ / πίναμε μέχρι που ξημέρωσε). Το γκουρμέ εστιατόριο στη πλατεία το κράτησα. Επέμενε η ξανθούλα μου και δεν της χάλασα το χατίρι.

Η αλήθεια είναι ότι  πήγαινε πάρα πολύ καλά και δεν υπήρχε λόγος να το στερήσω από την εκλεκτή πελατεία του. Είχε γίνει στέκι για V.I.C (Very Important Cats) τους οποίους τους χρειαζόμουν για το νυχτερινό μου κέντρο διασκέδασης. Στη πραγματικότητα για σκυλάδικο πολυτελείας πρόκειται αλλά αυτό δεν το λέμε παραέξω γιατί οι V.I.C δεν πάνε σε σκυλάδικα. Συχνάζουν μόνο σε κυριλέ εστιατόρια, καλή ώρα το δικό μου, που έχουν επί μονίμου βάσεως πληρωμένους paparazzi. Τα χα μου κρυμμένοι πίσω από δέντρα τα χα μου οι επώνυμοι εκπλήσσονται ή ενοχλούνται από την παρουσία τους. Στην ουσία για μια φωτογραφία στα κοσμικά ψοφάνε όλοι τους (και για σολομό Σκωτίας). Για να μη τους χάσω κι εγώ αποφάσισα να παίξω το παιχνίδι τους. Και πίστεψέ με το έκανα με μεγάλη επιτυχία. Μπρίκια κολλάμε;

Η ξανθούλα μου φυσικά πάντα δίπλα μου, βράχος. Είχε αναλάβει τις δημόσιες σχέσεις. Τα πι αρ που λένε στα εγγλέζικα. Κανόνιζε τα πάρτι γενεθλίων, τα πάρτι μετά τις επίσημες πρεμιέρες των εμπορικών θεάτρων, τα πάρτι των μεγάλων καναλιών της τηλεόρασης, τα πάρτι γενικότερα. Πάρτι να’ ναι και παρ’ τους την ψυχή…

Είχε μια μεγάλη δερμάτινη ατζέντα, παραφουσκωμένη, η οποία είχε τιγκάρει με τα μεγάλα ονόματα της εγχώριας showbizzzz. Σχεδιαστές μόδας, πλαστικούς χειρουργούς, τραγουδιστές και τραγουδίστριες, ηθοποιούς και σκηνοθέτες, γλύπτες και ζωγράφους, φωτογράφους και μοντέλα, εκδότες περιοδικών, τι βι περσόνες, δημοσιογράφους και αρχισυντάκτριες. 

Ήτανε πάρα πολύ καλή η άτιμη. Συνέχεια μ’ ένα κινητό στο χέρι. Της είχα απόλυτη εμπιστοσύνη. Εκείνη κανόνιζε τα πάντα. Εγώ την καμάρωνα. Δεν υπήρχε βραδιά που το μαγαζί μας να έχει άδειο τραπέζι. Όλοι μας ζήλευαν. Όλοι.
Εμείς διαλέξαμε τη νύχτα κι όχι εκείνη εμάς. Τη νύχτα μπορεί να φαίνονται όλα πιο όμορφα αλλά υπάρχουν κι άλλα πολλά που δεν φαίνονται και τα σκεπάζει το σκοτάδι. Τα φώτα των δρόμων και τα φλας των φωτογράφων δεν αρκούν.

Δεν το γνωρίζαμε αυτό στην πράξη. Το ότι υπάρχει κακία περίσσια κι ότι υπάρχουν και άτομα τα οποία είναι ικανά να κάνουν τα πάντα για να σε βγάλουν απ’ τη μέση. Ανά διαστήματα ακούγαμε πολλά αλλά δεν ανησυχούσαμε γιατί είχαμε καλό όνομα στη πιάτσα. Φροντίζαμε να τα έχουμε με όλους και με όλα καλά. Τα κεράσματα πέφτανε χαλάζι…

Ένα πρωί βρίσκω ένα μήνυμα στο κινητό μου από άγνωστο αριθμό. Μπορεί να είμαι γάτος αλλά κάτι τέτοιο δεν το περίμενα. Δεν ήμουν κατάλληλα προετοιμασμένος δηλαδή. Λίγο πολύ ο αποστολέας απαιτούσε να καταθέσω στον τραπεζικό του λογαριασμό το ποσό των 10.000 ευρώ.
Φυσικά αγνόησα το μήνυμα. Το διάβασα μόνο στην ξανθούλα μου η οποία με συμβούλεψε να πάω στην αστυνομία. Δεν την άκουσα όμως. Πίστεψα ότι πρόκειται για φάρσα. Άλλωστε τη σήμερον ημέρα τρελοί υπάρχουνε πολλοί. Οι ώρες περνούσαν. Το βράδυ το μαγαζί γεμάτο όπως γίνεται πάντα. Εμένα όμως κάτι με έτρωγε (όχι δεν κόλλησα ψήλους)! Είχα ανησυχήσει και ήμουν έτοιμος να πάω μετά το κλείσιμο στο αστυνομικό τμήμα.

Κατά τις τρείς τα ξημερώματα κλειδώσαμε το μαγαζί και καθώς πηγαίναμε για το αυτοκίνητο ένα μεγάλο και μαύρο jeep σταματάει ακριβώς απ’ έξω κι ένας αλήτης πέταξε μια μολότοφ και κάνει το μαγαζάκι μας σκόνη και θρύψαλα.
Σε χρόνο dt πλάκωσε η αστυνομία και τα κανάλια και οι φωτογράφοι και κάμποσοι μόνιμοι κάτοικοι του Κολωνακίου. Εμείς σοκαρισμένοι. Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Η ξανθούλα μου να κλαίει απαρηγόρητη. Ποιος είναι ο πούστης ήθελα να’ ξερα που δεν είναι και τόσο μάγκας για να έρθει να μου το πει κατάμουτρα και να λύσουμε την όποια διαφορά μας;

Δυστυχώς για τα επόμενα εικοσιτετράωρα όλα τα δελτία ειδήσεων και όλες οι εφημερίδες ασχολούνταν με το επεισόδιο στην πλατεία Κολωνακίου δηλαδή με την πάρτη μας. Η αστυνομία δεν μπορούσε να βοηθήσει. Και αναρωτιέμαι: - Ποιος το έκανε αυτό; Με τους άλλους επιχειρηματίες οι σχέσεις μας ήταν άψογες! 

Χωρίς να χάνω χρόνο έβαλα συνεργεία να ξαναφτιάξουν το εστιατόριό μας. Ταυτόχρονα όμως είχαμε και την άφιξη του Ερμή στην Αθήνα. Το κέρατό μου μέσα! Όλα μαζί πέσανε.

συνεχίζεται…

NOT AN ORDINARY WEEK

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Εγώ ο Νάρκισσος....



Στη νύχτα, στο κύκλωμα, στους κύκλους της αριστοκρατίας. Ένας και μοναδικός είμαι, γούστο μου, καπέλο μου, έτσι όλοι με ξέρουν – χρόοονια τώρα. Τα κολλητάρια με λένε «Νάρ». Και τιμή μου και καμάρι μου. Στα νιάτα μου δεν ήμουνα και τόσο… τώρα που μεγάλωσα… μεγάλωσα: τρόπος του λέγειν δηλαδή. Απλά πάτησα τα πενήντα κι εύχομαι να ζήσω τόσα κι άλλα τόσα…

Ομόρφυνα τώρα, πιο πολύ κι απ’ το πολύ, και η τσέπη μου ομόρφυνε από τότε που άρχισαν οι επιχειρήσεις μου την πάνω βόλτα. Γι’ αυτό και οι γκόμενες (και οι πρώην και οι επόμενες) παίζουν ξύλο για πάρτη μου… μαλλιοτραβιούνται κάθε βράδυ ποια θα κοιμηθεί στην αγκαλιά μου, ποια θα γευτεί τους χυμούς μου, ποια θα ανέβει στο κατάρτι της γαλέρας… νομίζω να έπιασες το υπονοούμενο… (και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή).

Ένα μελό και σύντομο βιογραφικό: γεννήθηκα στον Πειραιά σε μια καμάρα δύο επί τρία, φτώχια καταραμένη, ένα τσιγάρο δρόμος απ’ το λιμάνι, ο πατέρας μου ναύτης, ο παππούς καντηλανάφτης, η μάνα μου τον κεράτωνε, τον πατέρα και όχι τον παππού μου, εγώ μεγάλη αλητεία. Με βγάλανε Θανάση, σκούπα και φαράσι, καθόμουν με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη για να φτιάξω τη φράντζα με το ζελέ και μου κολλήσανε το παρατσούκλι «Ο Νάρκισσος». 

Καλό παιδί και δραστήριο. Καμιά όρεξη να μάθω γράμματα. Να μορφωθώ, να μάθω μια τέχνη, να γίνω χρήσιμος στην κοινωνία. Μια αδερφή μικρότερη είχα έμπλεξε με τα ναρκωτικά, σκατά τα έκανε, απόθανε στα είκοσι της χρόνια…

Κι εγώ δοκίμασα, λίγο απ’ όλα, αλλά δεν κόλλησα. Μαγκιά μου. Γάτος με πέταλα, λοιπόν. Ναι, γάτος είμαι, το πρόβλημα που είναι;

Ο πατέρας πνίγηκε, ο παππούς πέθανε απ’ τη στεναχώρια του, η μάνα άρχισε να εξασκεί με μεγάλη επιτυχία το αρχαιότερο επάγγελμα για να τα βγάζουμε πέρα κι εγώ έπιασα δουλειά στα μπουζούκια. Ωραία η νύχτα. Την αγαπώ…

Μη φανταστείς αυτά τα ωραία, τα παλιά, που δείχνουν οι ασπρόμαυρες ταινίες. Κάτι παρακμιακά ήτανε, σαν κωλόμπαρα με πίστα, με κοπέλες που υποτίθεται τραγουδούσαν, στην ουσία τα ναυτάκια εξυπηρετούσαν και βγάζανε τίμια το ψωμάκι τους. Καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Μου έλεγε η μανούλα μου…

Κάθε νύχτα, το μαγαζί πότε μισοάδειο, πότε μισογεμάτο. Όταν ερχότανε ο στόλος βούλιαζε. Έφευγα με μπουρμπουάρ και χαμόγελο στα χείλη. Ήμουνα ο μικρότερος. Σούζα καθόμουν. Το παιδί για όλα τα θελήματα. All together: και σερβιτόρος, και παρκαδόρος, και πόρτα και γκαρνταρόμπα. Γι’ αυτό με είχανε στα πούπουλα…

Πέρασε μια δεκαετία – το μαγαζί απ’ το κακό στο χειρότερο - και είπα να ανοίξω τα φτερά μου. Με κάποιες οικονομίες – δικές μου και της μανούλας μου – άνοιξα ένα μικρό κι αθώο καφενεδάκι στη πλατεία του Δημοτικού θεάτρου. Εκεί ερχόντουσαν οι γάτοι φίλοι μου από νωρίς, πίνανε καφεδάκι με συνοδεία λουκουμιού φιστίκι και κατά το μεσημέρι αρχίζανε τα ούζα και τους μεζέδες. Όταν έπεφτε ο ήλιος πιάνανε το χαρτί…

Πέρναγαν μια βόλτα οι κύριοι αστυνόμοι τους έδινα το δωράκι τους και έπαιρναν τον πούλο. Το μαγαζάκι μου έκλεινε κατά τις πέντε το πρωί. Ο κόκκινος Γιάννης που περπατάει χωρίς ποτέ να μάθουμε που πάει είχε μεγάλο σουξέ. Πάντα με συνοδεία ξηρών καρπών και φρούτων. Όταν μαθεύτηκε το μαγαζί πήρα μια μικρή, ξανθιά, άβγαλτη τότε θα έλεγα, γκαρσόνα (η γούνα της όλα τα λεφτά).
Μου άρεσε που μου το έπαιζε δύσκολη. Με άναβε. Τα μάτια της γαλάζια σαν τη θάλασσα και η φωνή της γλυκιά σαν μέλι. Κάθε ξημέρωμα της έλεγα να τη πάω σπίτι της με τη μηχανή μου, μια μαύρη BMW, αλλά εκείνη επέμενε να παίρνει ταξί.

Στη δουλειά της όμως ήτανε πάρα πολύ καλή. Αυτό οφείλω να το παραδεχτώ. Πουλούσε αβέρτα, και σκέρτσο και νάζι (αυτά πάνε πάντα μαζί), οι πελάτες μένανε μέχρι αργά πίνανε τα άντερά τους, γινόταν λιώμα κι εκείνη την έκανε με ελαφρά: όσο πατάει γάτα. Άσχετο…

Όταν ο τραπεζικός λογαριασμός φούσκωσε για τα καλά έβαλα τη μανούλα μου υπεύθυνη στο καφενεδάκι κι εγώ με τη μικρή γκαρσόνα ανοίξαμε ένα λίγο μεγαλύτερο στη πλατεία του Ψυρρή. Μας αγκάλιασαν οι Αθηναίοι, παράπονο δεν έχω θα πέσει φωτιά να με κάψει. Με τη γατούλα μου παντρευτήκαμε. Ταξίδι του μέλιτος τα μαγευτικά Καμένα Βούρλα. Ήθελε εξωτερικό να πάμε αλλά δεν είχαμε ελεύθερο χρόνο. Δουλειές με φούντες…

Ένα χρόνο μετά άνοιξα μια Pub στο Κολωνάκι, κι εκεί τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλά, ακολούθησε ένα γκουρμέ εστιατόριο κι αυτό στο Κολωνάκι. Ο Νάρκισσος με την ξανθούλα του φίρμες μεγάλες. Το αδιαχώρητο στα μαγαζιά μου. Κόσμος και ντουνιάς. Ηθοποιοί, τραγουδιστές, εφοπλιστές, εξαίρετη πελατεία…

Είχα όμως ένα όνειρο. Να ανοίξω το δικό μου σκυλάδικο πολυτελείας. Βρήκα έναν ατζέντη. Τον κάλεσα σε επίσημο δείπνο. Του είπα ότι θα ρίξω πολύ μαρούλι και ότι δεν γουστάρω να κάνω αυτά που κάνουνε οι άλλοι. Θέλω μια μαγαζάρα υπερπαραγωγή που να τη συζητάνε στον αιώνα τον άπαντα. Με μια μεγάλη ορχήστρα και με μια ακόμα μεγαλύτερη φίρμα που να εμφανίζεται στην πίστα και να βουλιάζει η Αθήνα…

Ο ατζέντης αφού έφαγε το καταπέτασμα άνοιξε τα χαρτιά του και μου έδειξε μια φωτογραφία ενός διεθνούς φήμης καλλιτέχνη που διαπρέπει στο εξωτερικό και σκέφτεται να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη. Έναν όμορφο τυπά, πιο όμορφο κι από εμένα, κοντά στα σαράντα, με αμέτρητες επιτυχίες στο ενεργητικό του…


Το όνομά του «ΕΡΜΗΣ»…        
    

  συνεχίζεται…


Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας υπέροχος Σεπτέμβρης…






από όλες τις απόψεις με μοναδική εξαίρεση εκείνη τη Παρασκευή που καβάλησα το ποδήλατο και έπιασε βροχή και την έφαγα όλη στο κεφάλι κι έγινα μούσκεμα το αγόρι ας πρόσεχα.



Ένα φεστιβάλ το Open September #3 στο θέατρο Victoria και στον πολυχώρο Vault όπου αμέτρητοι καλλιτέχνες: ζωγράφοι, φωτογράφοι, μουσικοί, ερμηνευτές, ηθοποιοί, εικαστικοί, συγγραφείς βρεθήκαμε κάτω απ’ την ίδια στέγη και ήρθαμε πιο κοντά…



Παρουσιάσαμε τη δουλειά μας στο ευρύ κοινό γεμάτοι καμάρι και το κοινό επιβράβευσε την προσπάθειά μας. Ο ανταγωνισμός δεν υπήρχε ούτε καν κρυμμένος στη γωνία. Παγωμένες μπύρες, συζητήσεις και άφθονα χαμόγελα…




Το Σάββατο δυο μοναδικά ταλέντα ο Φαίδωνας Κόχιλας (ραδιοφωνικός παραγωγός) και ο Κώστας Ζέκος (ηθοποιός και σκηνοθέτης) παρουσίασαν το βιβλίο μου με μεγάλη επιτυχία. Ο κόσμος γούσταρε την όλη φάση κι εγώ το ίδιο παρόλο το τρακ. Τους ευχαριστώ βαθύτατα…




Ευχαριστώ την νέα μου οικογένεια, τον Botox Web Radio για την όλη υποστήριξη και που με τίμησαν με τη παρουσία τους…



Ευχαριστώ τον Δημήτρη Καρατζιά και τον Μάνο Αντωνιάδη που φρόντισαν να μη μου λείψει τίποτα και που με τόση αγάπη με αγκάλιασαν…



Ευχαριστώ και όλους εσάς, όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά, που για ακόμη μια φορά μου δώσατε να καταλάβω ότι δεν είμαι μόνος…





Ο Θεός να σας έχει πάντα καλά!




Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΕΡΜΗ...ΜΗ! ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ @ VAULT

Σας προσκαλούμε στη παρουσίαση του βιβλίου μου με τίτλο ΕΡΜΗ...ΜΗ!



Αυτό το Σάββατο 27 του μήνα και ώρα 19:00 το απόγευμα στον Πολυχώρο Πολιτισμού Vault στον Βοτανικό



Το βιβλίο θα παρουσιάσει ο ραδιοφωνικός παραγωγός Φαίδωνας Κόχιλας



Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο ηθοποιός / σκηνοθέτης Κώστας Ζέκος



Η παρουσία σας... τιμή μας!!! 

VAULT Μελενίκου 26 Βοτανικός
τηλ. 213 0356472  6945993870



«BLANCHE after» στο Θέατρο ARROYO

               «Μετά το τέλος, αρχίζει η αλήθεια…»     Έρχεται στη νέα σκηνή του θεάτρου A R R O Y O     Ο Σταύρος Λίτινας σκ...