Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ – ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ
Δεκαπενταύγουστος –
Σαλαμίνα 2024
Θυμάσαι,
μητέρα;
Αλήθεια,
θυμάσαι τη μέρα που με έφερες στον κόσμο; Το πρώτο μου κλάμα; Τη στιγμή που με
πήρες στην αγκαλιά σου και με κοίταξες για πρώτη φορά;
Είχες ήδη
φέρει στον κόσμο πέντε υπέροχα παιδιά πριν από μένα. Κι ύστερα ήρθα εγώ,
τελευταίος και… καταϊδρωμένος, για να συμπληρώσω την οικογένεια. Και, φυσικά,
φρόντισα από την πρώτη κιόλας στιγμή να κλέψω την παράσταση, αφού κανείς δεν με
περίμενε.
Πρέπει να
έκλαιγα πολύ άσχημα. Εδώ που τα λέμε, ούτε μεγαλώνοντας βελτιώθηκα ιδιαίτερα σ’
αυτό. Ακόμη και σήμερα, όταν κλαίω, το κάνω χάλια. Μόνο που τώρα τα δάκρυα
είναι λιγότερα. Ίσως γιατί έχω περισσότερους λόγους να χαμογελώ. Και ένας από
τους σημαντικότερους είσαι εσύ. Γιατί είσαι ακόμη εδώ, στη ζωή μου.
Θυμάσαι τότε
που το έσκασα από το σπίτι; Ούτε πέντε χρονών δεν ήμουν. Οι αδελφές μου, αντί
να με προσέχουν, μάλωναν για τις δικές τους παιδικές ανοησίες κι εγώ, κύριος,
άνοιξα την πόρτα και έφυγα. Περπάτησα μόνος κι ανενόχλητος μέχρι την πλατεία
Κρήνης, αποφασισμένος προφανώς να πάρω λίγο καθαρό αέρα, να απολαύσω την
ανεξαρτησία μου και, κυρίως, να κάνω κούνια.
Ευτυχώς, η
περιπτερού κατάλαβε ότι το μικρό «πακέτο» ήταν ασυνόδευτο. Με ξεγέλασε με
καραμέλες και γλειφιτζούρια, ενώ ταυτόχρονα ειδοποιούσε την Αστυνομία. Κάπως
έτσι τελείωσε άδοξα η πρώτη μεγάλη απόπειρα ανεξαρτησίας μου.
Όταν με
έφεραν πίσω, περίμενα ίσως τιμωρία. Όμως ξύλο δεν έφαγα. Και θέλω να το γράψω
αυτό, γιατί είναι η αλήθεια: ποτέ δεν απλώσατε χέρι επάνω μου. Ούτε εσύ ούτε ο
πατέρας.
Θυμάσαι την
πρώτη φορά που με πήγες θέατρο; Εγώ τη θυμάμαι σαν να ήταν χθες. Στο Θέατρο
Έρευνας του Δημήτρη Ποταμίτη, στις «Ιστορίες του παππού Αριστοφάνη». Καθόμουν
δίπλα σου μαγεμένος. Τα φώτα, οι ηθοποιοί, οι φωνές, τα σκηνικά, εκείνος ο
άλλος κόσμος που γεννιόταν μπροστά στα μάτια μου… Εκείνο το βράδυ, χωρίς ίσως
να το ξέρεις, μου χάρισες ένα όνειρο. Τότε κατάλαβα πως ήθελα να γίνω ηθοποιός.
Ήθελα να
ανεβαίνω στη σκηνή, να γίνομαι για λίγο κάποιος άλλος, να ζω ζωές που δεν ήταν
δικές μου και, όταν έπεφτε η αυλαία, να υποκλίνομαι στο κοινό και να ακούω το
χειροκρότημά του.
Η ζωή δεν τα
έφερε ακριβώς όπως τα είχα φανταστεί. Όμως εσύ δεν στάθηκες ποτέ εμπόδιο στα
όνειρά μου. Αντίθετα, ήσουν πάντα εκείνη που μου έδινες χώρο να τα κυνηγήσω.
Θυμάσαι όταν
με έγραψες στους παραδοσιακούς χορούς; Πόσο μου άρεσαν! Εκείνο το καλοκαίρι,
στην παράσταση στο Κηποθέατρο, ντύθηκα μόνος μου τσολιάς, έτοιμος να χορέψω και
να με καμαρώσεις. Μόνο που είχα καταφέρει να φορέσω το καλσόν ανάποδα. Εσύ
έκλαιγες από τα γέλια κι εγώ, το πάντα αθώο παιδί σου, σε κοιτούσα απορημένος
προσπαθώντας να καταλάβω τι είχα κάνει λάθος.
Θυμάσαι το
ατύχημα στο Δημοτικό; Έπεσα με δύναμη πάνω στην πόρτα της τάξης και το μάτι μου
πρήστηκε τόσο, που έμοιαζε σαν να είχα φάει γερή μπουνιά. Εσύ με άρπαξες
πανικόβλητη και με έτρεξες με το αυτοκίνητο στο «Παίδων». Φοβόμουν, πονούσα,
αλλά ήσουν δίπλα μου. Όπως ήσουν πάντα.
Θυμάσαι τις
τελευταίες εξετάσεις μου στη δραματική σχολή; Εκείνη τη μέρα σε έκανα να
κλάψεις. Δεν το ήθελα, βέβαια. Ο ρόλος το απαιτούσε. Κι όταν είδα τα δάκρυα να
κυλούν από τα μάτια σου, σκέφτηκα πως ίσως κάτι είχα καταφέρει. Γιατί ποιο
χειροκρότημα θα μπορούσε να αξίζει περισσότερο από τη συγκίνηση της μάνας μου;
Και ύστερα
ήρθε η Θεσσαλονίκη. Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Θυμάσαι; Έμπαινες στο
τρένο δυο και τρεις φορές τον μήνα μόνο και μόνο για να με δεις πάνω στη σκηνή.
Δεν λογάριαζες το μακρύ ταξίδι, την κούραση, ούτε εκείνο το φοβερό κρύο της
Θεσσαλονίκης. Τίποτα δεν είχε σημασία. Αρκεί να καθόσουν κάπου ανάμεσα στους
θεατές και να με καμάρωνες.
Κι εγώ,
ακόμη κι αν δεν στο έλεγα τότε, ήξερα πως ήσουν εκεί. Πάντα ήσουν εκεί. Όπως
ήσουν όταν έπεσα από το ποδήλατο και έσπασα το δεξί μου χέρι. Εγώ πονούσα κι
εσύ πονούσες περισσότερο. Γιατί έτσι είναι, μάλλον, οι μανάδες: το τραύμα
μπορεί να βρίσκεται στο σώμα του παιδιού, αλλά ο πόνος περνά κατευθείαν στη
δική τους καρδιά.
Θυμάσαι και
τη δική σου πτώση στο Κατράκειο, όταν πήγες να αγκαλιάσεις την Κωνσταντίνα και
δεν υπολόγισες σωστά το ύψος της αρένας; Έτρεξα να σε σηκώσω με τα ίδια μου τα
χέρια. Έτρεξαν κι άλλοι να βοηθήσουν. Πόνεσες, αλλά ακόμη κι εκείνο το βράδυ ο
πόνος δεν κατάφερε να νικήσει τη χαρά σου.
Γιατί
ήμασταν μαζί.
Κι αυτό,
τελικά, είναι που έμεινε από όλες αυτές τις ιστορίες: το μαζί.
Αξέχαστες
στιγμές, μητέρα μου. Τις έχω φυλαγμένες μία μία μέσα μου. Τα όμορφα τα θυμάμαι
όλα. Τα δύσκολα, όσα υπήρξαν, τα άφησα πίσω. Δεν θέλω να βαραίνουν τη μνήμη
μου. Άλλωστε τα χρόνια πέρασαν τόσο γρήγορα, σαν νερό που γλιστρά μέσα από τα
δάχτυλα.
Και κάπου
μέσα σ’ αυτά τα χρόνια άλλαξε και η σχέση μας. Δεν είσαι πια μόνο η μητέρα που
κρατούσε το παιδί της από το χέρι. Έγινες ο άνθρωπός μου. Η φίλη μου. Η
συντροφιά μου. Εσύ κι εγώ μπορούμε να συνεννοηθούμε χωρίς πολλές κουβέντες. Μια
ματιά αρκεί. Ένα νεύμα. Μια λέξη. Ίσως γιατί, κατά βάθος, πάντα ήμασταν ένα.
Εδώ πρέπει
να σταματήσω, μητέρα, γιατί αν συνεχίσω θα μπορούσα να γράφω για ώρες. Μια
ολόκληρη ζωή δεν χωρά σε λίγες σελίδες.
Θέλω μόνο να
σου πω ένα μεγάλο ευχαριστώ. Για όσα έκανες. Για όσα άντεξες. Για όσα μου
έδωσες χωρίς ποτέ να μου ζητήσεις αντάλλαγμα. Κι αν υπήρξαν στιγμές που σε
στενοχώρησα ή σε πίκρανα, συγχώρεσέ με. Ήμουν παιδί. Και τα παιδιά κάνουν λάθη,
ακόμη κι όταν αγαπούν πολύ.
Σ’ αγαπώ,
μητέρα.
Να
προσέχεις.
Αυτό το
γράμμα βγαίνει για πρώτη φορά στο φως. Θέλησα να το μοιραστώ γιατί μέσα σε
αυτές τις λέξεις υπάρχει ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου.
Δεν μου
έλειψε τίποτα. Υπήρξα ευτυχισμένο παιδί και νιώθω ευτυχισμένος ακόμη και
σήμερα. Οι γονείς μου δεν μου στέρησαν όσα μπορούσαν να μου προσφέρουν. Και η
μητέρα μου έκανε για μένα περισσότερα απ’ όσα θα μπορούσα ποτέ να μετρήσω.
Δεν τη
θυμάμαι να παραπονιέται. Δεν τη θυμάμαι να μου λέει «φτάνει». Στα εύκολα
χαιρόταν μαζί μου και στα δύσκολα καθόμασταν και τα συζητούσαμε. Ήξερα πως,
ό,τι κι αν συνέβαινε, υπήρχε ένας άνθρωπος στον οποίο μπορούσα να επιστρέψω.
Τώρα οι
ρόλοι, κατά κάποιον τρόπο, έχουν αλλάξει. Πηγαίνουμε μαζί στο θέατρο, σε
παρουσιάσεις βιβλίων, σε εκθέσεις και γκαλερί. Όσα έκανε εκείνη για μένα όταν
ήμουν παιδί, προσπαθώ σήμερα να τα κάνω εγώ για εκείνη. Όχι από υποχρέωση. Από
αγάπη.
Η μητέρα μου
δεν υπήρξε ποτέ η μάνα που πνίγει το παιδί της από υπερβολική αγάπη. Δεν
ανακατεύεται στη ζωή μου ούτε προσπαθεί να αποφασίζει για μένα. Είναι εκεί όταν
τη χρειάζομαι, με συμβουλεύει όταν πρέπει και με προειδοποιεί όταν διαισθάνεται
πως κάτι δεν πάει καλά.
Και έχει
έναν δικό της τρόπο να το κάνει.
«Πρόσεχε»,
μου λέει.
Μία μόνο
λέξη.
Κι εγώ
καταλαβαίνω όλα όσα δεν είπε.
Γιατί μέσα
σε αυτό το «πρόσεχε» κρύβονται δεκάδες άλλα: Σε νοιάζομαι. Σε σκέφτομαι. Μη
μου πάθεις τίποτα. Γύρισε πίσω καλά. Είμαι εδώ.
Αυτό είναι
για μένα η μητέρα μου.
Δεν είναι
απλώς ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους της ζωής μου. Είναι ένα κομμάτι
από αυτό που είμαι. Από τις αναμνήσεις μου, τα όνειρά μου, τις χαρές, τις
απογοητεύσεις και τις μικρές ή μεγάλες νίκες μου.
Είναι ο
άνθρωπος που με είδε πριν ακόμη προλάβω να γίνω αυτός που είμαι σήμερα. Που με
αγάπησε πριν αποκτήσω τίτλους, επιτυχίες, αποτυχίες, όνειρα και πληγές. Με
αγάπησε απλώς επειδή ήμουν εγώ.
Κι όσο
μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πόσο σπάνιο είναι αυτό.
Κάποτε
εκείνη κρατούσε το δικό μου χέρι για να μη πέσω.
Τώρα θέλω να
κρατώ εγώ το δικό της.
Όσο
περισσότερο μπορώ.
Όσο
περισσότερο μας χαρίζει η ζωή.
Γιατί η
μητέρα μου είναι ο κόσμος μου, ο πολύτιμος θησαυρός μου. Κι αν με ρωτούσε
κάποιος τι θα ήμουν χωρίς εκείνη, δεν ξέρω αν θα μπορούσα να απαντήσω.
Ξέρω μόνο τι
είμαι επειδή υπήρξε εκείνη.
Το παιδί
της. Ακόμη και τώρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου