Διαβάζοντας
κανείς την ογκωδέστατη μελέτη του Αντώνη Ε. Χαριστού, σε εξαιρετικά αναλυτική
εισαγωγή του Στράτου Τζαμπαλάτη, με τίτλο «Η επαναστατική αντι-βία στην
ανατομία του δικαίου. Ε.Λ.Α. - 17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης»,
διαπιστώνει ότι βρίσκεται ενώπιον μίας εργασίας από εκείνες που δημοσιεύονται
μία φορά στην ερευνητική διαδικασία και η οποία αφήνει ανεξίτηλο το στίγμα της
στα πολιτικά πεπραγμένα του τόπου, όχι μόνο σε χρόνο ενεστώτα, αλλά κυρίως σε
χρόνο μέλλοντα. Η εν λόγω μελέτη δεν είναι ιστορική καταγραφή, ούτε
δημοσιογραφική περιγραφή, αλλά μία καταβύθιση στις ταξικές σχέσεις της
ελληνικής κοινωνίας από τη δεκαετία του 1970 έως τα τέλη της δεκαετίας του
1990, με τρόπο τόσο διεισδυτικό που οι λεπτομέρειές της δεν επιτρέπουν δεύτερη
ερμηνεία, πόσο μάλλον αμφισβήτηση. Η τεκμηρίωση των πηγών και οι αρχειακές
αναφορές καταδεικνύουν το επίπεδο προεργασίας που συντελέστηκε. Οι συγγραφείς
υιοθετούν εξ αρχής πολιτική θέση, δεν επιχειρούν μία «ανεξάρτητη» οπτική θέασης
των πραγμάτων. Εξάλλου, το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Ουλρίκε
Μάινχοφ, της Γερμανίδας κομμουνίστριας επαναστάτριας, ενεργού μέλους της
Φράξιας Κόκκινος Στρατός, γεγονός που επεξηγείται στο τελευταίο κεφάλαιο της
μελέτης σχετικά με την προσωποποίηση των ενεργειών των ένοπλων εργατικών
πρωτοποριών.
Αλλά
ας τα πιάσουμε τα θέματα της εργασίας από την αρχή. Βήμα προς βήμα στην
εισαγωγή του ο Στράτος Τζαμπαλάτης αναλύει με τρόπο κατανοητό τον τρόπο με τον
οποίο κατασκευάζεται η μικροαστική νοοτροπία, διοχετευμένη στον δημόσιο λόγο ως
κυρίαρχο αφήγημα. Το καταναλωτικό πρότυπο αποτελεί το κρυφό όπλο της
μπουρζουαζίας, δημιουργώντας ένα πρόπλασμα αντιγράφου στάσεων, συμβόλων,
συμπεριφορών, τα οποία υιοθετούν οι εκμεταλλευόμενες κοινωνικές τάξεις και τα
μεταφράζουν ως δικές τους πρακτικές, μη κατανοώντας τον τρόπο ελέγχου και
συλλογικής καταστολής που υφίστανται από την αστική εξουσία. Αυτός ο
ευνουχισμός ανήκει στην ιδεολογική πλευρά της αστικής ιεραρχίας,
καθετοποιημένος και απόλυτα δεσμευμένος στα
αποτελέσματά του προς τους αποσυνάγωγους, οι οποίοι εγκλωβισμένοι στα κάτοπτρα
ειδώλων τα οποία εκπαιδεύονται να αναπαράγουν στην καθημερινότητα του δημόσιου
και του ιδιωτικού βίου, καταλήγουν να αναπαράγουν το ίδιο το σύστημα διαρκώς
και αδιαλείπτως. Είναι συγκλονιστικός ο τρόπος με τον οποίο, μέσα από σχήματα,
παραδείγματα, χαρτογραφήσεις και σχεδιάσματα, αναδομείται ολόκληρη η
ψυχοσύνθεση του εργάτη, σε αντιδιαστολή με την αντίστοιχη του αστού. Αυτή η
δισυπόστατη σχέση εξουσιαστών και εξουσιαζόμενων επεξηγείται με τρόπο δεικτικό
για τις οικονομικές συνθήκες που διαμορφώνουν τους όρους σύνθεσης της ατομικής
προσωπικότητας, και ειδικότερα των αποσυνάγωγων της κοινωνικής συγκρότησης.
Από
κει και πέρα, περνάμε στο πλέον σύνθετο και πολυεπίπεδο κυρίως έργο της
εργασίας, χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια, με την υπογραφή του Αντώνη Ε. Χαριστού.
Για όσους διαβάσαμε και την προηγούμενη μελέτη «Η βαρβαρότητα του Διαφωτισμού.
Ιδιοκτησία και αναγκαιότητα. Από την κατασκευή του δημόσιου χώρου στην πολιτική
προβληματική του σώματος» δεν πέσαμε από τα σύννεφα σχετικά με την εμβρίθεια
και το επίπεδο γραφής, έρευνας και ανάλυσης του συγγραφέα. Ο τρόπος προσέγγισης
και η επεξεργασία νοημάτων, εννοιών και η κεντρική γραμμή, που απόλυτα
ταυτισμένη με τη μαρξιστική θεώρηση της ιστορίας, εφαρμόζει τη δυναμική του ιστορικού
υλισμού και της διαλεκτικής σε δύσβατα μονοπάτια, με πλήρη επιτυχία, κατά τη
γνώμη μου, ανοίγουν νέες οδούς στην ταξική θέση των εργατών, στην επεξεργασία
θέσεων στην προοπτική της κοινωνικής ανατροπής των συσχετισμών δύναμης. Ο
Αντώνης Ε. Χαριστός δεν παίρνει μία μία τις ενέργειες των ένοπλων εργατικών
πρωτοποριών, όπως χαρακτηρίζει τις οργανώσεις Ε.Λ.Α. - 17Ν, για να τις
αναλύσει, αλλά πρώτα εμβαθύνει στα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά αίτια της
καπιταλιστικής αναδόμησης της δεκαετίας του 1970 και του 1980, φέρνοντας στην
επιφάνεια ταυτόχρονα άγνωστες πτυχές του εγχώριου εργατικού κινήματος,
επιτρέποντας στον αναγνώστη να αντιληφθεί αφενός τη στενή, για να μην πω
ταυτόσημη, σχέση του αστικού μηχανισμού εξουσίας της μεταπολίτευσης με τον
αντίστοιχο μηχανισμό του δωσιλογικού κράτους της δεξιάς της δεκαετίας του 1950
και του 1960, καθώς και τη στρατιωτική δικτατορία της περιόδου 1967-1974,
αφετέρου την ολοκληρωτική εξάρτηση της εγχώριας αστικής τάξης από τον
διεθνοποιημένο καπιταλισμό, και δη το αμερικάνικο κεφάλαιο. Οι συμβάσεις που
υπέγραφαν οι αστικές κυβερνήσεις προκειμένου να επενδύσουν οι καπιταλιστικές
εταιρείες στην ελληνική οικονομία, μετέτρεψαν τη χώρα σε μπανανία κέρδους για
τους καπιταλιστές, και ταυτόχρονα εστία φτώχειας, εκμετάλλευσης και
βαρβαρότητας για τα ευρύτερα λαϊκά και εργατικά στρώματα. Σε αυτό το σημείο
αναδεικνύονται οι ένοπλες εργατικές πρωτοπορίες, όχι ως το τιμωρό χέρι του
λαού, αλλά ως η πρωτοπορία εκείνη που ταυτισμένη με τις εργατικές διεκδικήσεις,
με την εργατική τάξη στο προσκήνιο του δημόσιου χώρου, επιχειρεί να στρέψει τα
αιτήματα των εργατών από τις ελάχιστες έως συμβατικές απαιτήσεις που καθοδηγούν
οι κομματικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, πλήρως ενσωματωμένες στο
αστικό σύστημα, στα σημεία ρήξης και αποσύνθεσης των σχέσεων ισορροπίας στο
εσωτερικό των μηχανισμών της αστικής εξουσίας, σημεία στα οποία έχουν
επενεργήσει ήδη οι ίδιες οι ένοπλες εργατικές πρωτοπορίες, προκαλώντας την
ιδεολογική απονομιμοποίηση των θεσμικών φορέων εξουσίας. Ουσιαστικά, ο Αντώνης
Ε. Χαριστός αιτιολογεί τον τρόπο με τον οποίο το πλέον συνειδητοποιημένο τμήμα
των εργατών, εξέρχεται της ζώνης ασφαλείας του, όπως αυτή οριοθετείται από τις
κομματικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, και αποφασίζει να διεκδικήσει
όχι αιτήματα, αλλά την ίδια του τη ζωή.
Αυτή
η διαδικασία δεν είναι ανεξάρτητη από τις αντίστοιχες εκδηλώσεις των εργατικών
πρωτοποριών σε Ιταλία, Γερμανία, Τουρκία, Ιαπωνία, Λατινική Αμερική κ.λπ., όπως
μορφοποιήθηκαν και έδρασαν από τη δεκαετία του 1950 έως και τα τέλη της δεκαετίες
του 1990, σε διαφορετικές χρονικές αναφορές, αντίστοιχες των μεταβολών που
έλαβαν χώρα στις δομές τής καπιταλιστικής λειτουργίας. Η ίδια αυτή εξέλιξη
επενδύεται μέσα από την ανάλυση του δικαίου και δη καντιανής προσέγγισης,
αντιστρέφοντας τους όρους ερμηνείας του, προκειμένου να αναδειχθεί η
διαστρεβλωτική συγκρότηση της έννοιας, της ταυτότητας και του περιεχομένου του
αστικού δικαίου, και ειδικότερα του ποινικού του σκέλους. Και σε αυτήν την
περίπτωση αναδεικνύεται η προσωπικότητα της Ουλρίκε Μάινχοφ, ως η προσωποποίηση
άρνησης της αστικής ηθικής και μεταβολής των όρων προσδιορισμού της μέσα από
καθαρά ταξικούς όρους και προϋποθέσεις. Οι θεσμοί δε λειτουργούν απρόσωπα,
είναι συνδεδεμένοι με την ανθρώπινη λειτουργία στο κοινωνικό σύνολο και τα αποτελέσματά
τους στον δημόσιο χώρο/λόγο είναι αποτελέσματα όχι άνευ επιπτώσεων, αλλά μαζικά
επηρεάζουν τις ζωές των αποσυνάγωγων, είτε άμεσα, είτε έμμεσα και σε βάθος
χρόνου.
Συμπερασματικά,
λοιπόν, επρόκειτο για μία εργασία που για πρώτη φορά απευθύνεται με ξεκάθαρο
μήνυμα προς τους εργάτες και επιζητεί την κριτική από τους εργάτες. Δεν
απευθύνεται στον μέσο εργαζόμενο, ούτε στον μέσο αναγνώστη, αλλά στον
πολιτικοποιημένο εργάτη, προκειμένου να μάθει την ιστορία της τάξης του
συγκροτημένη από τα κάτω, από μηδενική βάση, μία ταξική ανάλυση δίχως
προσδιορισμούς, αποκλεισμούς και δογματισμούς, που επιδιώκει να δει τον εργάτη
ως αυτό που είναι και όχι με τις ιδιότητες που του έχουν προσδώσει. Επιδιώκει
αυτή η μελέτη να αφυπνίσει τους αποσυνάγωγους, να στρέψει το ενδιαφέρον τους
στα αίτια που τους κρατούν εγκλωβισμένους, εξαναγκάζοντάς τους να δουν κατάματα
τον ρόλο των κομματικών και συνδικαλιστικών ηγεσιών, πριν δουν τον ρόλο των
αστών στην προάσπιση της εξουσίας τους, αναζητώντας πλέον το επαναστατικό
υποκείμενο στους ίδιους τους εργάτες και όχι σε εκπροσώπους και αντιπροσώπους.
Μία
μελέτη που πρέπει να διαβαστεί, να συζητηθεί και να διαδοθεί.
Κωνσταντίνος
Ιωακειμίδης


