Σήμερα
έχω τη χαρά να σας προτείνω ένα βιβλίο κάπως διαφορετικό από τα συνηθισμένα.
«Δεκατρείς ιστορίες τρόμου και σκέψης»
της Βέρας Ξηρουχάκη, μια συλλογή δεκατριών ιστοριών τρόμου, μυστηρίου
και σκέψης, που δοκιμάζουν όχι μόνο τα νεύρα του αναγνώστη, αλλά και τα όρια
της φαντασίας του.
Δεκατρείς
ιστορίες που, πιστέψτε με, όταν ολοκλήρωσα την ανάγνωσή τους, δεν θαύμασα μόνο
το συγγραφικό της ταλέντο. Δεν σας κρύβω ότι ζήλεψα και την αχαλίνωτη φαντασία
της. Γιατί χρειάζεται πραγματικά ξεχωριστή φαντασία για να παίρνεις κάτι
φαινομενικά συνηθισμένο και να το μετατρέπεις σε πηγή αγωνίας, αβεβαιότητας και
τρόμου.
Ένα
απομακρυσμένο εργοστάσιο, μια φιλόξενη κάμαρα, ένα παράξενο έργο τέχνης, ακόμη
κι ένα καταπράσινο λιβάδι μπορούν να γίνουν σκηνικά όπου το απρόσμενο
παραμονεύει.
Και
αυτή, κατά τη γνώμη μου, είναι μια από τις μεγαλύτερες αρετές της λογοτεχνίας
του τρόμου: να μας κάνει να αντικρίζουμε το οικείο σαν να το βλέπουμε
για πρώτη φορά. Να ανακαλύπτουμε το ανησυχητικό εκεί όπου μέχρι χθες βλέπαμε
μόνο το συνηθισμένο.
Γιατί,
αλήθεια, τι είναι αυτό που μας τρομάζει περισσότερο;
Ένα
φάντασμα που εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά μας ή η υποψία πως κάτι αόρατο
βρίσκεται διαρκώς δίπλα μας;
Ένας
ανεξήγητος θόρυβος μέσα στη νύχτα ή η απόλυτη σιωπή που ακολουθεί;
Μήπως,
τελικά, ο μεγαλύτερος φόβος μας δεν είναι το υπερφυσικό, αλλά εκείνο που δεν
μπορούμε να εξηγήσουμε, να ελέγξουμε ή να αντιμετωπίσουμε;
Αυτές
τις σκέψεις μού γέννησε η ανάγνωση του βιβλίου.
Γιατί
οι ιστορίες της Βέρας δεν περιορίζονται στην πρόκληση τρόμου. Κάτω από την
επιφάνεια του μυστηρίου διακρίνει κανείς την ανθρώπινη αγωνία, τις αδυναμίες,
τις εμμονές, τις σκοτεινές πλευρές της ψυχής. Συναντά χαρακτήρες αλλόκοτους,
κάποτε ανισόρροπους, μορφές που μοιάζουν να κινούνται ανάμεσα στην
πραγματικότητα και στη φαντασία.
Υπαρκτούς
ή ανύπαρκτους; Ίσως δεν έχει και τόση σημασία.
Άλλωστε,
η λογοτεχνία έχει το μοναδικό προνόμιο να δίνει υπόσταση ακόμη και στο αδύνατο.
Να κάνει τον αναγνώστη να πιστεύει, έστω και για λίγες στιγμές, πως αυτό που
διαβάζει μπορεί πράγματι να συμβεί.
Και
τότε αρχίζει το πραγματικό παιχνίδι.
Γιατί
ο τρόμος δεν γεννιέται πάντοτε από αυτό που βλέπουμε. Συχνά γεννιέται από αυτό
που υποψιαζόμαστε. Από εκείνο που η φαντασία μας συμπληρώνει μόνη της, πολλές
φορές με τρόπο πολύ πιο τρομακτικό από οποιαδήποτε περιγραφή.
Το
βιβλίο αυτό υπήρξε για μένα ένα συναρπαστικό αναγνωστικό ταξίδι. Με κράτησε σε
εγρήγορση, με ανησύχησε, με προβλημάτισε και με έκανε να αναρωτηθώ πόσο λεπτή
μπορεί να είναι η γραμμή που χωρίζει το πραγματικό από το φανταστικό, τη λογική
από την παράνοια, τον άνθρωπο από τα ίδια του τα σκοτάδια.
Και
θεωρώ πως αυτό είναι το στοιχείο που ξεχωρίζει μια καλή ιστορία τρόμου από μια
απλή τρομακτική αφήγηση.
Η
πρώτη δεν τελειώνει όταν γυρίζεις την τελευταία σελίδα. Συνεχίζει να σε
ακολουθεί. Επιστρέφει στη σκέψη σου σε ανύποπτες στιγμές. Μπορεί να τη θυμηθείς
όταν βρεθείς μόνος στο σπίτι, όταν ακούσεις ένα ανεξήγητο τρίξιμο ή όταν, χωρίς
ιδιαίτερο λόγο, αισθανθείς την ανάγκη να κοιτάξεις πίσω σου.
Και
τώρα επιτρέψτε μου μια φιλική προειδοποίηση.
Αν
δυσκολεύεστε να κοιμηθείτε το βράδυ, αν χρειάζεστε ένα μικρό φως αναμμένο για
να σας πάρει ο ύπνος ή αν πετάγεστε κάθε φορά που ακούτε έναν θόρυβο μέσα στη
νύχτα, ίσως θα ήταν φρόνιμο να αφήσετε αυτό το βιβλίο στην άκρη.
Γιατί
δεν αποκλείεται, αφού το διαβάσετε, να αρχίσετε να κουκουλώνεστε μέχρι τα
αυτιά, αφήνοντας έξω μόνο τα μάτια, για να βεβαιωθείτε ότι το Κακό δεν
πλησιάζει.
Μην
πείτε αργότερα πως δεν σας προειδοποίησα!
Επειδή
όμως η περιέργεια μπορεί να σκότωσε τη γάτα, αλλά όχι τον αναγνώστη, εγώ θα σας
προτρέψω να κάνετε ακριβώς το αντίθετο.
Να
πάρετε το βιβλίο στα χέρια σας. Να ανοίξετε την πρώτη σελίδα και να αφεθείτε
στον κόσμο που δημιούργησε η συγγραφέας.
Θα
συναντήσετε σουρεαλιστικά στοιχεία, παράξενες καταστάσεις, απρόβλεπτους
χαρακτήρες και ιστορίες που αφήνουν τη φαντασία να κινηθεί πέρα από τα
συνηθισμένα όρια.
Και
ίσως ανακαλύψετε κάτι ακόμη: ότι ο άνθρωπος, όσο κι αν φοβάται το σκοτάδι, δεν
παύει να γοητεύεται από αυτό. Θέλει να μάθει τι κρύβεται μέσα του. Θέλει να
πλησιάσει το άγνωστο, ακόμη κι όταν γνωρίζει πως μπορεί να τρομάξει.
Ίσως
γι' αυτό διαβάζουμε ιστορίες τρόμου. Για να αναμετρηθούμε με τους φόβους μας
μέσα από την ασφάλεια μιας σελίδας. Για να αγγίξουμε για λίγο το ανεξήγητο και
ύστερα να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα. Αν και, καμιά φορά, δεν είμαστε
απολύτως βέβαιοι ότι επιστρέψαμε μόνοι μας...
Κλείνοντας,
θα ήθελα να συγχαρώ τη Βέρα Ξηρουχάκη για τη δημιουργικότητα, τη φαντασία και
την τόλμη της να περιπλανηθεί στα πιο σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης σκέψης.
Εύχομαι
το βιβλίο της να βρει πολλούς αναγνώστες και να τους προσφέρει την ίδια αγωνία,
την ίδια ανατριχίλα, αλλά και την ίδια αναγνωστική απόλαυση που πρόσφερε σε
μένα.
Και
μια τελευταία συμβουλή:
Διαβάστε
το «Δεκατρείς
ιστορίες τρόμου και σκέψης». Αλλά καλού κακού, αφήστε το φως αναμμένο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου