Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Από τα βασικά θα ξεκινήσω. Μαρία με λένε, πρωτότυπο πολύ, βρίσκεις;

Απορώ πως το σκέφτηκαν τόσο σπάνιο όνομα, γιατί λένε, γεννήθηκα Δεκαπενταύγουστο και αυτό είναι το σωστό, λέει η παράδοση! Εμένα με ρώτησαν; Εσένα; Όχι, βέβαια! Αηδίες! Βαρεμένες συνήθειες των «και καλά» ταπεινών και θρησκόληπτων, που κοιτάζουν πάντα χαμηλά, που κάνουν το σταυρό τους, κάθε φορά που περνούν έξω από εκκλησία και που νηστεύουν ακόμα και το λάδι και κάθε Κυριακή πρωί μαζεύονται και προσκυνάνε, για να κάνουν επίδειξη ποια σκύβει καλύτερα και μετά κάνουν τα χειρότερα! Ποτέ δεν πίστεψα στο Θεό, το θεωρώ μεγάλη βλακεία, ούτε τώρα πιστεύω. Αν υπήρχε Θεός, οι άνθρωποι θα ζούσαμε για πάντα. Αν υπήρχε, ο κόσμος θα ήτανε πολύ καλύτερος. Και αν υπάρχει και είναι τόσο καλός, όπως λένε, γιατί στέλνει τους μισούς στην κόλαση και τους άλλους μισούς στον παράδεισο; Οέο; Δεν με νοιάζει πού πιστεύεις εσύ, δικαίωμά σου. Απλά σ’ ενημερώνω, για να ξέρεις, ότι με Αγίους και Προφήτες, δεν τα έχω καθόλου καλά. Τα πάντα είναι ενέργεια. Είτε θετική, είτε αρνητική. Τα πάντα είναι στη ζωή. Ό,τι μπορούμε να δούμε και να αγγίξουμε, δηλαδή. Πνεύματα και μαγείες, είναι φύκια και μεταξωτές κορδέλες. Δεν υπάρχουνε καλοί και κακοί. Υπάρχουν οι ευτυχισμένοι, που η τύχη και το σύμπαν τους χαμογέλασε και οι μίζεροι, γιατί έτσι γεννήθηκαν κι έτσι θα παραμείνουν σε όλη τους τη ζωή. Απλά τα πράγματα. Μπήκες;

Μπήκα…





Τώρα θα σε γυρίσω μερικές δεκαετίες πίσω. Όχι και πάρα πολλές, δεν είμαι πια και τόσο μεγάλη, αλλά για να πάρω τα πράγματα από την αρχή. Εσύ, είσαι σίγουρα πιο μικρός από μένα. Και δε μεγάλωσες σε χωριό. Το πρόσωπό σου δεν λάμπει από φρεσκάδα. Δεν το χτύπησε ο καθαρός αέρας. Φαίνεται αυτό. Παιδί της πόλης είσαι και από καλή οικογένεια. Πόσα αδέρφια έχεις; Μοναχοπαίδι δεν είσαι σίγουρα. Μένεις ακόμα με τους γονείς σου, γιατί τα ποσοστά από τα βιβλία σου δεν είναι αρκετά για να ζεις μόνος. Την πόρτα του πανεπιστημίου, δεν την πέρασες ούτε απ’ έξω. Έμαθες να γράφεις από μικρός, γιατί κρατούσες ημερολόγιο, το οποίο έκρυβες κάτω από το κρεβάτι σου, μαζί με τις τσόντες. Στο φαγητό δεν έχεις και πολλές απαιτήσεις. Μακαρόνια με κιμά και κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο είναι τα αγαπημένα σου. Για αρκετά χρόνια δούλευες νύχτα, το βλέπω στα μάτια σου, κάτι σακούλες σαν του σούπερ μάρκετ, αλλά δεν βάζεις καμιά κρέμα κι εσύ βρε παιδί μου! Έχεις εμμονή με το χρώμα των δοντιών σου, ελέγχεις το τσιγάρο και σου αρέσουνε πολύ τα ταξίδια.Γιατί με κοιτάς έτσι;

Τύφλα να’ χει η Αντιγόνη πάνω από τον τάφο…

Η ποια;

Τίποτα… κάτι δικά μου… πέσατε σε όλα μέσα…

Εδώ μιλάει η εμπειρία, χρυσό μου.Για να ξέρεις, μια φορά, έτσι για πλάκα, έριξα τα χαρτιά σε μια γειτόνισσα και βγήκανε όλα! Και ότι θα της διαρρήξουν το σπίτι και ότι ο άντρας της την κερατώνει με τον κουμπάρο! Το σπίτι το κάνανε φύλλο και φτερό, όταν λείπανε διακοπές και τα παλικάρια τα έπιασε καβάλα στο νυφικό κρεβάτι, μια μέρα που ήθελε να του κάνει έκπληξη και της την έκαναν εκείνοι! Δράμα η κατάσταση.Ξέρεις τι θα πει Σαββατογεννημένη; Ξέρεις. Πού είχα μείνει; Α ναι!Οι γονείς μου, τι καλοί άνθρωποι! Ελαφρύ να ’ναι το χώμα που τους σκεπάζει! Με διώξανε από το σπίτι στα δέκα, γιατί πίστευαν πως γεννήθηκα καταραμένη. Παιδί του διαβόλου, λέγανε στο χωριό και κάνανε το σταυρό τους. Είχα ολόισια μαύρα μαλλιά και κατάμαυρα μάτια. Μην τα βλέπεις τώρα σγουρά. Πέτυχε η περμανάντ. Πηγαίνω στον Άλεξ, στο Κολωνάκι. Πολύ καλό κορίτσι. Συνεχίζω. Δέρμα κατάλευκο, σαν το χιόνι, όπως τώρα. Σιχαίνομαι τον ήλιο.Ήμουνα και εξακολουθώ να είμαι η ομορφότερη σε όλο το νομό κι ας μην το παραδεχότανε κανείς.

Περπατούσα στο δρόμο και άνθιζαν οι πασχαλιές.Τα πουλιά με βλέπανε και τραγουδούσαν. Κατέβαινα στο ποτάμι κι έβλεπα την ομορφιά μου να καθρεφτίζεται στα κρυστάλλινα νερά. Ανέβαινα στην κορυφή του βουνού να κόψω ραδίκια και τα σύννεφα κατέβαιναν να με αγκαλιάσουν. Ευτυχία που είχα τόση ομορφιά! Δυστυχία που είχα αυτά τα τέρατα για γονείς! Την αισθανόμουν την ομορφιά μου, ξέρεις, την έβλεπα στον ολόσωμο καθρέφτη στην κρεβατοκάμαρα τους, αλλά και στα μάτια των άλλων. Εγώ η όμορφη, ναι, οι άλλοι, όχι φυσικά. «Οι άλλοι» ψόφαγαν από ζήλεια, βράζανε στο ζουμί τους, τρώγονταν με τις σάρκες τους, και χαιρόμουν, γιατί χωρίς να κάνω απολύτως τίποτα, βρισκόμουν πάντα στο επίκεντρο της προσοχής. Ζούσα ευτυχισμένη κι ας ήμουνα το μαύρο πρόβατο. Η άρρωστη, η ελαττωματική, έτσι με λέγανε. Κανένας δεν με πλησίαζε, για να μην πάθει κακό. Φοβόντουσαν όλοι. Τρέμανε στο πέρασμά μου. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο μου άρεσε αυτό και πόσο το απολάμβανα… Μέχρι εκεί που δεν παίρνει.





Ένα ωραίο πρωί, με στείλανε πακέτο στην πρωτεύουσα, σε μια θεία που με είχε δούλα της. Μια στρίγγλα, που αντί για καρδιά, είχε πέτρα που έσταζε δηλητήριο. Το στόμα της πικρό φαρμάκι. Βρώμαγε η ανάσα της από τα σκόρδα και τα τσιγάρα. Με μισούσε, όσο δεν φαντάζεσαι. Με τάιζε αποφάγια και δεν με άφηνε ούτε να πλυθώ. Οι ψείρες στο κεφάλι μου κάνανε πάρτι. Με ψέκαζε μ’ ένα φάρμακο, που η μυρωδιά του μου έφερνε εμετό και μετά άδειαζε στο κεφάλι μου ένα μπουκάλι ξίδι. Απαίσια ανάμνηση! Μου συμπεριφερόταν, λες και ήμουν σκουπίδι. Ούτε δικό μου δωμάτιο είχα. Ολόκληρη σπιταρόνα, στην αποθήκη με έβαζε και κοιμόμουν, κατάχαμα, παρέα με τις κατσαρίδες.Γι’ αυτό κι εγώ την καταράστηκα. Δεν το ήθελα. Εκείνη με ανάγκασε. Η θεία έμεινε μουγκή και φυσικά τρελάθηκε. Η κατάρα μου έπιασε κι εγώ κατουρήθηκα απ’ τη χαρά μου. Κυριολεκτικά! Ναι, πράγματι, της άρεσε να τραγουδάει, αλλά είχε απαίσια φωνή. Οι καρακάξες καλύτερα τα λένε. Βρήκα την ησυχία μου. Δεν την άντεχα και αφού την έβαλα να μου γράψει το σπίτι, την έστειλα στο ψυχιατρείο. Δεν την επισκέφθηκα ούτε μια φορά. Ήθελα να την εκδικηθώ για όλα αυτά που μου έκανε. Μετά από λίγους μήνες η μουγκή αυτοκτόνησε. Τόσα πολλά χάπια, τι τα ήθελε;
Στα δεκαπέντε μου, είπα να πειραματιστώ, όπως όλες οι κοπέλες της ηλικίας μου και παντρεύτηκα έναν τύπο, που ήτανε ανάπηρος. Όχι, για να δεις πόσο μεγαλόψυχη είμαι. Του έλειπαν και τα δυο πόδια, σε αναπηρικό καροτσάκι τον είχα τον δύστυχο, αλλά ήτανε πάρα πολύ πλούσιος. Στο κρεβάτι την έβγαζε. Εκείνος φυσικά. Αραχτός όλη μέρα, μπροστά στο χαζοκούτι. Εγώ, σαν καλή νοικοκυρά, έκανα όλα τ’ άλλα. Μαγείρεμα, σίδερο, σκούπισμα, ξεσκόνισμα. Ζωή ήταν αυτή; Όταν ο έρωτας, αν υπήρξα ποτέ ερωτευμένη, εξανεμίστηκε, άρχισα να βαριέμαι αφόρητα και η καθημερινότητά μου μετατράπηκε σε κόλαση. Ήθελα να γίνει ένα θαύμα, να γλυτώσω από δαύτον. Ωραία ήταν τα λούσα και τα χρήματα κι αυτός ωραίος ήταν (από τη μέση και πάνω)! Αλλά αν θα έπρεπε να διαλέξω κάτι απ’ τα δυο, αυτό θα ήταν σίγουρα τα χρήματα. Μπορεί να ακούγομαι κάπως σκληρή, αλλά κι εσύ στη θέση μου το ίδιο θα έκανες.

Έτσι κι έγινε που λες.  Ανήμερα των εικοστών γενεθλίων μου, ο αγαπημένος μου σύζυγος, πεθαίνει στα χέρια μου. «Δηλητηρίαση»  έδειξε η νεκροψία. Τί είχα βάλει μέσα στην τούρτα, ούτε που θυμάμαι...

Εσείς τον δηλητηριάσατε;

Ωχ, καημένε κι εσύ! Σε λεπτομέρειες θα κολλάμε τώρα; 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου