Τρίτη, 24 Ιουνίου 2014

ΔΙΑΒΑΣΕ ΜΕ....



Η μάνα μας, της οποίας ούτε το όνομα δεν πρόλαβα να μάθω, δεν ήταν αυτό που λέμε «καθώς πρέπει». Φυσικά, δεν ήταν ράτσας και δεν μεγάλωσε μέσα σε σαλόνια. Οι λέξεις: κομμωτήριο, αφρόλουτρο, μανικιούρ, πεντικιούρ της ήταν εντελώς άγνωστες. Ποτέ δεν είχε ένα φιλόξενο σπίτι, ένα πιάτο μαγειρευτό φαγητό, μια ζεστή αγκαλιά, «ένα χάδι» που λέει και το τραγούδι. Δεν γούσταρε η ζωή της να είναι τακτοποιημένη σε κουτάκια. Δεν υπάκουε σε νόμους και σε πρωτόκολλα. Δεν είχε φίλες γιατί πίστευε ότι οι άλλες ήταν μεγαλύτερες σκύλες από αυτήν. Σκύλες στην ψυχή, σκύλες και στο σώμα. Η μάνα μας ήταν αλήτισα με κεφαλαίο Α από τις πιο διάσημες στην πιάτσα. Δεν φταίει εκείνη που έγινε «του δρόμου», η ζωή την ανάγκασε. Τάβλι, τσιγάρα, χαρτιά, φραπόγαλα. Αλώνιζε μερόνυχτα στους δρόμους και στα πεζοδρόμια της Βουρβουρούς. Έσερνε το κορμί της με τις ώρες χωρίς προορισμό. Μόνη, χωρίς ελπίδα, χωρίς σκοπό. Η Βουρβουρού είναι το πανέμορφο χωριό που κατάγομαι. Βρίσκεται μόλις δέκα χιλιόμετρα από τον Άγιο Νικόλαο  στη χερσόνησο της Σιθωνίας και από την πρώτη ματιά πλουτίζει την όραση με  εικόνες και ηρεμεί τον επισκέπτη με τη φυσική της γαλήνη. Δεύτερο πόδι της celebrity Χαλκιδικής.

Όποιος λέει ότι δεν ξέρει που πέφτει στο χάρτη η Χαλκιδική ψεύδεται ασύστολα. Είναι αληθινός παράδεισος. Πράσινα δέντρα παντού και ατέλειωτες μαγευτικές παραλίες με κρυστάλλινα νερά που καθρεφτίζονται στον απέραντο ουρανό. Σαν καρτ ποστάλ. Μάθημα Γεωγραφίας τέλος για σήμερα.
Η μάνα μας γυρνούσε από βορρά σε νότο κι από ανατολή σε δύση. Χάριζε το κορμί της σε κάθε άντρα που της έκλεινε πονηρά το μάτι. Ένα ποτό στα γρήγορα και καπάκι πίσω από τους θάμνους να δίνει απλόχερα ηδονή χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα. Ήτανε μεγάλο party animal. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Κανένας δεν την ήθελε επειδή είχε τη φήμη της «εύκολης». Έτσι, το ξημέρωμα της 14ης Ιουνίου γέννησε εννιά χαριτωμένα κουταβάκια (μακάρι να θυμόμουν την ώρα και τη σειρά που ξεπετάχτηκα, τώρα δεν θα βρω ποτέ τον ωροσκόπο μου). Μπάσταρδα. Ημίαιμα. Έτσι μας αποκαλούν. Σκέτη ρετσινιά! Θα μας ακολουθεί σε ολόκληρη τη ζωή μας σαν σκιά. Κανένας δεν πρόκειται να μας πάρει στα σοβαρά. Μια ζωή στο περιθώριο. Άτιμη κοινωνία που άλλους τους ανεβάζεις κι άλλους… anyway.

Οι ομοιότητες μεταξύ μας ελάχιστες. Φυσικό, αφού η μάνα μας πήγαινε με όποιον έβρισκε μπροστά της. Άλλος με μεγάλα αυτιά, τα κορίτσια με διαφορετική μύτη, άλλο ύψος, άλλο βάρος, διαφορετικά χρώματα και τρίχωμα. Καμία σχέση δηλαδή. Μετά από ένα μήνα η μάνα μας εξαφανίστηκε (χωρίς να μάθουμε το όνομά της). Καλά, ας μη μιλήσω για τον άφαντο πατέρα μας. Αυτόν δεν τον είδαμε ποτέ. Και το χειρότερο; Δεν ξέρουμε καν ποιος είναι! Μεγάλο παιδικοψυχοτραύμα. Γάμα τα.
Ο αφεντικός - γίγαντας - ιδιοκτήτης του σπιτιού στη Βουρβουρού, αν και οριακά υπέρβαρος, στέκεται στα δύο πόδια. Πως τα καταφέρνει; Εμείς στα τέσσερα και όχι για πολύ ώρα. Μας πιάνουν πόνοι στη μέση και στα γόνατα. Το γάλα θα φταίει. Ο γίγαντας λοιπόν, χωρίς να χάσει χρόνο, έβαλε παντού αγγελίες για να μας βρει άλλα σπίτια που ζούνε άλλοι γίγαντες. Ήθελε να μας ξεφορτωθεί και αυτός με τη σειρά του όπως έκανε και η μάνας μας.  Άχ, άκαρδη μάνα! Με τι καρδιά; Ποια καρδιά; Πέτρα έχεις στα σπλάχνα σου. Πέτρα! Δεν φοβάσαι που δεν θα πας στον παράδεισο; Που θα καείς στα άδυτα της κόλασης; Σε ποιο θεό πιστεύεις; Και όταν έρθεις face2face με τον Απόστολο Πέτρο τι δικαιολογία θα βρεις;  

Εγώ είμαι o κωλόφαρδος της ιστορίας. Η τύχη μου χαμογέλασε. Τότε κατάλαβα πως και τα κουταβάκια έχουν κι από έναν φύλακα άγγελο. Οι αγγελίες βρήκαν ανταπόκριση. Μια ηλιόλουστη μέρα ήρθανε με ένα παράξενο πράγμα που τσούλαγε πέντε γίγαντες. Τρείς αρσενικοί και δύο θηλυκοί. Θα περνάγαμε οντισιόν, κάτι τέτοιο κατάλαβα, και ο καλύτερος θα έφευγε μαζί τους. Δεν θέλαμε να φύγουμε από το σπίτι του γίγαντα. Εκείνος ήθελε να μας διώξει. Και τα κατάφερε.

Εγώ είχα ξυπνήσει από νωρίς για να προπονηθώ. Ήθελα να φύγω από τη Βουρβουρού. Όλο άσχημες εικόνες είχα στο μυαλό μου. Άσε τους ψύλλους που δεν λέγανε να πάρουν τον πούλο από πάνω μου. Δεν είμαι για τα σκουπίδια επειδή δεν είμαι ράτσας! Αξίζω ένα καλύτερο μέλλον. Και εγώ αλλά και τ’ αδέρφια μου. Έτρεχα, που λες, γύρω από το σπίτι για αρκετή ώρα. Στη συνέχεια έκανα μερικές ασκήσεις εδάφους και έκατσα στον ήλιο να χαλαρώσω και να πιω το πρώτο γάλα της ημέρας. Μου αρέσει το γάλα αρκεί να μην είναι κονσέρβα. Τα μάτια μου καρφωμένα στη μεγάλη αυλόπορτα. Περίμενα με αγωνία και προσευχόμουν στον φύλακα άγγελό μου. Να φύγω, όσο πιο μακριά γίνεται. Σιγά σιγά άρχισαν να ξυπνάνε και τα υπόλοιπα αδερφάκια μου. Έπαιξα μαζί τους για αρκετή ώρα αλλά τα μάτια μου πάντα κολλημένα στην είσοδο του κήπου. Την ώρα που τελειώσανε το γάλα τους, τους μάζεψα όλους κοντά μου και έβγαλα λόγο τον οποίο είχα ετοιμάσει από βραδύς:

- Αδέρφια μου, αλήτες, σκυλιά! Όπως καταλαβαίνεται ο χρόνος μας τελειώνει. Οι δρόμοι μας από σήμερα χωρίζουν. Πρέπει να είμαστε δυνατοί. Πρέπει να μάθουμε να μη το βάζουμε κάτω! Ο Θεός έτσι ήθελε να γίνει κι έτσι έγινε. Σήμερα φεύγω εγώ, αύριο εσύ, μεθαύριο κάποιος άλλος. Μακάρι να είχαμε τη δύναμη και τον τρόπο να φεύγαμε όλοι μαζί από εδώ και να ταξιδεύαμε σε κάποιον ποιο φιλόξενο πλανήτη. Έναν καταπράσινο πλανήτη που να κατοικούν μόνο σκυλάκια και να απαγορεύεται η είσοδος στους κακούς γίγαντες. Δυστυχώς απ’ ότι έμαθα δεν υπάρχει τέτοιος πλανήτης. Να ξέρετε ότι σας αγαπώ πολύ και θα είστε κομμάτια της καρδιάς μου και του μυαλού μου. Σας εύχομαι ολόψυχα καλή τύχη. Συγχωρέστε τη μάνα μας. Δεν είναι κακιά. Ούτε ο κύριος γίγαντας είναι κακός. Ίσως, από αύριο, μια καλύτερη ζωή μας περιμένει. Ένα είναι το σύνθημά μας: Κοιτάμε μπροστά! (εκεί δάκρυσα και τα αδερφάκια μου τρέξανε να με αγκαλιάσουν). 

Τι να κάνουμε; Έτσι το ήθελε η μοίρα. Ποια μοίρα δηλαδή, ο ιδιοκτήτης του σπιτιού το ήθελε μη δουλευόμαστε και μεταξύ μας τώρα. Τον καταλαβαίνω όμως. Μεγάλη ευθύνη εννιά κουτάβια. Ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά και καμάρωνε πάνω από τα κεφάλια μας. Κατά τις τρείς το μεσημέρι κάνουν την εμφάνισή τους οι άγνωστοι γίγαντες. Εμείς είχαμε παραταθεί σε μια σειρά, ο ένας δίπλα από τον άλλον, λες και ήμασταν στο στρατό. Με το που σκάνε μύτη στην αυλόπορτα τρέχω με όλη μου τη δύναμη και γαντζώνομαι στα πόδια του πιο νορμάλ από τους τρείς τριχωτούς. Το ένστικτο με οδήγησε και ο Θεός να βάλει το χέρι του. Τα αδέρφια μου είχανε κλάσει πόμολα. Άλλα κλαίγανε, άλλα τρέχανε πανικοβλημένα, άλλα φωνάζανε την εξαφανισμένη μάνα μας, στην καρακοσμάρα τους μιλάμε. Τόση ώρα τους μιλούσα λέξη δεν κατάλαβαν. Εγώ ήθελα να επιβιώσω πάση θυσία. Έπρεπε να βρω τρόπο να φύγω από την επαρχία, να κατέβω στη πρωτεύουσα και να κάνω καριέρα στο τραγούδι. Είναι πολύ της μόδας διάβασα σε ένα περιοδικό. Όλη η χώρα γεμάτη τραγουδιστές είναι. Αφού το κάνουνε οι γίγαντες γιατί να μη το κάνω κι εγώ; Που είμαι και original σκύλος. Δηλαδή όχι ράτσας. Τα ράτσας είναι καβαλημένα καλάμια, το είπαμε αυτό. Δεν ξέρουν από ζωή. Είναι πολύ μη μου άπτου! Εμένα μου είπανε ότι είμαι κάτι μεταξύ griffonterrie και Καναδέζικου κυνηγόσκυλου. Το terrie, νομίζω, μου πάει πιο πολύ. Αυτό θα γράψω στο βιογραφικό μου. Είναι πιο intellectuel! Και επανέρχομαι στο θέμα.

Ο νορμάλ μου φάνηκε πολύ οκ γίγαντας και πολύ προσγειωμένος. Ήτανε χαρούμενος, με γούσταρε, κι εγώ ήμουνα χαρούμενος. Αλλά η χαρά μου δεν κράτησε για πολύ. Ξαφνικά, και χωρίς να το καταλάβω, ένας τρελός και όχι και τόσο νορμάλ γίγαντας με τεράστια και κατάλευκα δόντια σαν αυτά του καρχαρία, με γραπώνει από το στομάχι και αρχίζει να χώνει το δάκτυλό του στο στόμα μου! Μου έρχεται να ξεράσω! Άρχισε να μιλάει με παιχνιδιάρικη φωνή λες και απευθύνεται σε κανένα βαρεμένο: 

- Ερμή; Τι κάνεις; Ερμή; Είσαι καλά;
- Όχι δικέ μου! Δεν είμαι καλά! Πώς να είμαι καλά; Έτσι που με κρατάς; 

Δεν μπορούσα να πάρω ανάσα. Το γάλα να μου έχει ανέβει στο κεφάλι. Και με φώναζε και Ερμή. Ένα ποταπό όνομα με τέσσερα γράμματα. Μόνο. Και σε ρωτάω: Κολλάει αυτό το όνομα σε έναν σταρ σαν κι εμένα; Δεν το δέχομαι! Αρνούμαι! Ζαμέ! Σου έχω εγώ καλλιτεχνικά ονόματα από Έψιλον ένα σωρό: Ευλάμπιος, Έκτορας, Ετεοκλής, Ευριπίδης, Ευκλείδης. Αν και έμαθα ότι ο Ερμής, στην αρχαία Ελλάδα ήτανε ο ταχυδρόμος των αθανάτων. Δώδεκα στον αριθμό. Γι’ αυτό δεν βγάζανε άκρη. Μετά ήρθε η κρίση κι έμεινε μόνο ένας. Μεγάλη η χάρη του! Ένα πουλάκι μου είπε ότι ο Ερμής στις φωτογραφίες έχει καλλίγραμμο σώμα, είναι ξανθός με μπλε μάτια και έχει χρυσά φτερά στο κεφάλι και τους αστραγάλους. Πολύ top model μου κάνει ο τύπος. Και πολύ gay! Ας πάει το παλιάμπελο. Αν είναι να κάνω καριέρα στη πρωτεύουσα και να με λένε Ερμή το δέχομαι. Αρκεί να βγαίνω στη μία μετά τα μεσάνυχτα και το όνομά μου να φιγουράρει πρώτο στη μαρκίζα.

Οι γίγαντες φύγανε. Έπρεπε να βρούνε pet shop για να προμηθευτούν τα απαραίτητα για το πρώτο μου μεγάλο ταξίδι. Το οποίο ναι, ήτανε πολύ κουραστικό και πολύ μα πάρα πολύ μεγάλο…


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ "ΕΡΜΗ...ΜΗ" ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΟΣΤΡΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου